ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Είναι κάτι νύχτες, που τ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ” ένα λουλουδάκι. Ούτ ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της. «Αυτά! Πού είχαμε μείνει;» Σου λέει μ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα. Είν αυτές οι νύχτες, που τ” άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είν αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα. Τα όνειρα εναι γεμάτα συναισθήματα ανυπότακτα. Που πλυμμηρίζουν τη ζωή την ίδια με τα θέλω τους. Οι επιθυμίες καρποί απαγορευμένοι, σκοτεινοί. Προστάζουν το μυαλό μας με το σκότος τους. Και την ψυχή γυμνώνουν μέχρι τέλους. Η μοναξιά μας είναι σύντροφος μισητός μα αναγκαίος. Και κάθε κύμα της μου φέρνει στο μυαλό αυτό που θέλω. Γέννησε τρικυμία μέσα σου ο έρωτας. Ήλιος φλογερός που καίει τις αισθήσεις Χάδι πια δεν ένιωσα. Μονάχα κόκκους άμμου που πέταξες στο σώμα μου. Άγγιγμα ολέθριο απο τα τάρταρα σταλμένο. Τι ήμασταν εχθές; Τι θα απογίνουμε αύριο; Καθώς ταιριάζουν οι ψυχές μια χάρη σου ζητώ. Ενα χάδι. Ενα νεύμα. Μια ματιά. Γεμάτος για τελευταία φορά να νιώσω. Και “ετσι όπως το φώς θα σβύνει και θα φεύγει. Μια λέξη να σου πω. Μια λέξη πριν να σβύσω, πριν να παραδοθώ…

Σχετικές δημοσιεύσεις