Το μαύρο πέπλο

Θυμάμαι το βράδυ στο πέτρινο μπαράκι, δίπλα στην προβλήτα του λιμανιού. Μέσα στην ομίχλη απ’ τα τσιγάρα, σκορπούσες το χαμόγελο σου σε άγνωστα μάτια. Άφηνες τα μαλλιά σου να χορεύουν στους ώμους σου και χάιδευες με τις άκρες των δαχτύλων σου το άδειο ποτήρι μπροστά σου.. Ήταν η τελευταία φορά που είδα τη γη να γυρίζει. Μετά, ακούμπησες το βλέμμα σου επάνω μου κι ένα μαύρο πέπλο σκέπασε τον υπόλοιπο κόσμο. Θυμάσαι τη βροχή που έπεφτε κι έκανε τους καθαριστήρες του αυτοκίνητου να πηγαινοέρχονται σαν δαιμονισμένοι; Αυτές οι νύχτες δεν πρέπει να ξημερώνουν, είπες και έμεινες σιωπηλή, μέχρι που η μέρα πρόδωσε τις προσευχές μας. Σε θυμάμαι, απόγευμα, καθισμένη σ’ ένα πεζούλι στην πλατεία της Μονμάρτης, με τον Sébastien απέναντι σου να ζωγραφίζει με τα γερασμένα του χέρια το πορτραίτο σου. Θυμάσαι τη βόλτα με το πολύχρωμο αερόστατο; Εκείνη που δεν κάναμε ποτέ; Θέλω να κάνω μια βουτιά στο ουράνιο τόξο έλεγες και το πρόσωπό σου γέμιζε χρώματα. Θυμάμαι, που γέμιζες τις τσέπες μου λευκά χαρτάκια. Μην τα πετάς, μου έλεγες, γράφουν τ’ όνομά σου. Θυμάσαι την τελεία που έβαλες πάνω στην Πέμπτη που άφησες φεύγοντας; Μια νυχτιά, ακούμπησα δίπλα της άλλες δύο για να σε περιμένουν…

Σχετικές δημοσιεύσεις