Ο μοναχικός άνθρωπος που λέγαμε

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Στο πράσινο ενός πρώιμου βλαστού, στο γαλάζιο του ουρανού, στο λευκό του αφρού της θάλασσας. Εκεί εναποθέτω τα όνειρα μου για να αναπτυχθούν και να ταξιδέψουν μακριά από τα στερημένα και καταπιεστικά μυαλά των ανθρώπων.

Αυτών των ανθρώπων που με δίδαξαν να βλέπω τη δική μου ζωή μέσα από τα δικά τους μάτια. Αυτών που περιμένουν να βαδίσω πάνω σε ξένα χνάρια. Αυτών των μισάνθρωπων τεράτων που φοβούνται κάθε βούληση και θέληση για ελευθερία.

Σε αυτά τα όνειρα, που επένδυσα τόσα χρόνια τη ζωή μου, που της έδωσαν νόημα ύπαρξης και διαφορετικότητα από το κοπάδι των λυσσασμένων υποτακτικών τους. Σε αυτά, που ήταν ανάσα μέσα στους στενούς και αποπνικτικούς τους κανόνες. Όνειρα μιας ολάκερης στιγμής βουτηγμένης μέσα σε μία πλασματική ανεμελιά, χωρίς να γνωρίζω το σκοτεινό λόγο της δικής τους υπόστασης.

Αυτά τα σαπισμένα όντα δίχως ιδιότητα ζωής, έχουν λόγο ύπαρξης μόνο μέσα από την δική μου άγνοια και την ηθελημένη αμάθεια της εποχής. Ζούνε και αναπτύσσονται επάνω στη δική μου ράχη, απομυζώντας με, μέχρι να χαθώ κάτω από τα δικά τους πόδια.

Τα δικά μου όνειρα όμως δεν τους ανήκουν, δεν θα επιτρέψω να τα πάρουν όπως εκείνη τη στιγμή στον χρόνο, που μου έκλεψαν. Τα αφήνω ελεύθερα στον πρωινό αγέρα να φύγουν μακριά από τη δυσοσμία, να σηκωθούν στον ουρανό ψηλά, σαν πλουμιστός χαρταετός. Να ενωθούν με τα όνειρα των άλλων ανθρώπων, να γίνουν ένα σώμα. Να γίνουν τα όνειρα μιας παιδικής ψυχής ανέγγιχτης και άσπιλης, που θα έχει τη δύναμη να τα κάνει πραγματικά δικά της.

Σχετικές δημοσιεύσεις