Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Νέο Μνημόνιο και κάλπες ή φιέστα και… υπερήφανη δραπέτευση

Αναμφίβολα, έπειτα και από τα τελευταία -δυσάρεστα για τα κυβερνητικά αφηγήματα- μηνύματα από τις Βρυξέλλες για τη λεγόμενη μεταμνημονιακή περίοδο, στη δίνη του σεναρίου για ένα νέο μνημόνιο βρίσκεται η κυβέρνηση.

Μάλιστα, με τις επιλογές και τις αποφάσεις τους που ήδη έχουν ανακοινώσει στην Αθήνα, αρκετοί υποστηρίζουν ότι οι δανειστές ίσως είναι εκείνοι που ενισχύουν το σενάριο των πρόωρων εκλογών.

Παρ’ όλα αυτά, εκτός από τον Ευκλείδη Τσακαλώτου, που δείχνει να ακολουθεί μοναχικό δρόμο εντός της κυβέρνησης, κανείς άλλος δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης στην οικονομία ή τουλάχιστον δεν θέλει να το δείχνει…

Τα μηνύματα που στέλνει η τρόικα είναι καθημερινά. Η αποκάλυψη των «Νέων» ότι έχει ζητηθεί ρήτρα–θηλειά για μη αναστροφή των μέτρων του μνημονίου, είναι ένα μέρος των πιέσεων.

Με τη ρήτρα αυτή ουσιαστικά οι δανειστές λένε «όχι» στα σχέδια της κυβέρνησης για προεκλογικές παροχές, ήτοι αύξηση του κατώτατου μισθού, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων ή ακόμη και κατάργηση κάποιων μνημονιακών δεσμεύσεων.

Η τρόικα θέλει να δεσμεύσει και αυτή και τις επόμενες κυβερνήσεις ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κανένα μονομερές μέτρο από την πλευρά της Αθήνας.

Οπως μεταφέρεται από διπλωματικές πηγές, αναφέρουν τα «Νέα», «η ελληνική κυβέρνηση δεν δεσμεύεται για μη αναστροφή των μεταρρυθμίσεων και αυτό δεν αρέσει καθόλου στους δανειστές».

Επιπρόσθετα, παρά τις συστάσεις σε προσεκτικά χαμηλούς τόνους για διεύρυνση του ολιστικού σχεδίου ανάπτυξης, η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να κάνει προσθήκες ουσιαστικών

Το άλλο σημείο της συμφωνίας, που θα συνδέεται με την ελάφρυνση του χρέους, είναι αυτό που θα προβλέπει κι άλλα μέτρα (μεταρρυθμίσεις τις ονομάζουν ορισμένοι).

Είναι η γνωστή ρήτρα αιρεσιμότητας, δηλαδή θα «παγώνει» η ρύθμιση του χρέους κάθε φορά που η Ελλάδα δεν τηρεί κατά γράμμα τις δεσμεύσεις της και δεν υλοποιεί όσα έχει υπογράψει. Ξεχνάμε δηλαδή τα προαπαιτούμενα που αργούν να υλοποιηθούν γιατί αλλιώς θα χάνεται χρόνος από την ελάφρυνση του χρέους και θα μας τιμωρούν σκληρά οι αγορές.

Στην Ευρώπη έχουν πέσει στο τραπέζι δύο σενάριο για το ελληνικό χρέος. Το ένα είναι το καλό και βασίζεται στη «γαλλική συνταγή» που συνδέει το χρέος με τους στόχους της ανάπτυξης. Δηλαδή υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα φέρουν αποπληρωμές, χαμηλοί ρυθμοί θα φέρουν «πάγωμα» δόσεων.

Το δεύτερο σενάριο βασίζεται στα γερμανικά πρότυπα όπως αυτά σχεδιάστηκαν από τον Β. Σόιμπλε και τηρούνται πιστά από τον διάδοχό του, Ο. Σολτς. Είναι αυτό της αιρεσιμότητας ταυτόχρονα με νέους, προαπαιτούμενους στόχους που αν δεν τηρούνται δεν θα γίνεται η ελάφρυνση του χρέους.

Χαρακτηριστικό του κλίματος που είναι βαρύ για την Ελλάδα είναι και αυτό που λέει στα «Νέα» ο γενικός διευθυντής της Ομοσπονδίας Γερμανικών Εργοδοτικών Συνδέσμων (BDA), Στέφεν Καμπέτερ.

«Η συμφωνία δεν τελειώνει με την καταβολή των δόσεων, αλλά με την επιστροφή του δανείου, διαμηνύει θέλοντας να καταδείξει ότι οι δεσμεύσεις και οι υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι των δανειστών της δεν τελειώνουν με τη λήξη του τρίτου Μνημονίου.

«Οι χώρες της ευρωζώνης χρηματοδοτούν πάνω από τα δύο τρίτα του ελληνικού κρατικού χρέους. Συνεπώς η εξέλιξη του ελληνικού χρέους θα πρέπει βάσει των συμφωνηθέντων να παρακολουθείται επισταμένως επί χρόνια» αναφέρει χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος των γερμανών εργοδοτών και καλεί την κυβέρνηση να παραμείνει σε μεταρρυθμιστική πορεία.
Σκύλλα και Χάρυβδη

Η κυβέρνηση βρίσκεται μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Η πρώτη επιλογή είναι ότι θα πρέπει να συναινέσει σε μια προληπτική γραμμή στήριξης με χαμηλό επιτόκιο σε σχέση με τις αγορές. Ένα σενάριο που πλέον έχει αποκλειστεί διότι θα πρέπει να περάσει από τα κοινοβούλια των χωρών – μελών της ΕΕ, κάτι που είναι δύσκολο.

Η δεύτερη επιλογή, και πλέον πιθανή, είναι αυτά που περιγράφονται πιο πάνω για τη δημιουργία ενός μηχανισμού σύνδεσης των μεταρρυθμίσεων με το χρέος.

Με τις εκλογές στην Ευρώπη να είναι σε ένα χρόνο από τώρα, οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν επ’ ουδενί:

Α) Να ξαναπάρει φωτιά το ελληνικό «πρόβλημα».

Β) Να δείξουν οι χώρες ότι οι επιλογές τους στην Ελλάδα απέτυχαν και

Γ) Να έχουν σε διαρκή εκκρεμότητα το θέμα της ελληνικής οικονομίας.

Και για τους λόγους αυτούς δεν αποκλείεται να προχωρήσουν σε μικρές, κάτι που η Αθήνα επιθυμεί διακαώς. Και μια τέτοια υποχώρηση είναι ότι «κάνουμε τα στραβά μάτια» για το γεγονός ότι το πρωτογενές πλεόνασμα και η ισχνή ανάπτυξη συνδέονται με τον στραγγαλισμό της χώρας από υπερβολικούς φόρους και εισφορές.

Θα μπορούσαν δηλαδή να αφήσουν τον Αλέξη Τσίπρα να κάνει φιέστα στις 21 Αυγούστου για να γιορτάσει στο Σύνταγμα τη φυγή από τα μνημόνια και μάλιστα «καθαρά», αλλά στο πίσω μέρος να υπάρχει μια συμφωνία που θα δεσμεύει την Ελλάδα με μέτρα, αξιολογήσεις και αυστηρή εποπτεία.

«Ο διάλογος με τους δανειστές από την επομένη της λήξης του προγράμματος θα γίνει διάλογος με τις αγορές», προειδοποίησε πρόσφατα ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ. Κι όπως έχει αποδειχθεί, οι αγορές είναι αμείλικτες και δεν επιδέχονται πολιτικών συμβιβασμών.

Τη «φιέστα» του Αυγούστου συνεπώς, ανεξαρτήτως των όρων της μεταμνημονιακής Επιτροπείας, ο πρωθυπουργός δεν θα αφήσει (στον βαθμό που περνάει από το χέρι του), να την χαλάσει κανείς.

Δεν θα έχει κανένα πρόβλημα (όπως αποδείχθηκε και κατά την ομιλία του στην Μυτιλήνη) να ρίξει το «ανάθεμα» στους προηγούμενους, να επαναφέρει το αφήγημα περί του «τα ψηφίσαμε αλλά εμείς τουλάχιστον κλαίμε» και να εμφανιστεί ως ο αποτελεσματικός πρωθυπουργός που μπορεί να μην πίστεψε το πρόγραμμα που «αναγκάστηκε» να ψηφίσει και να εφαρμόσει αλλά –ακόμη κι έτσι- το έκανε να πετύχει.

Αυτά όλα θα τα κρατάει «ζεστά» στις ομιλίες του μεν για εσωτερική κατανάλωση, αλλά να υπονοήσει ότι θα «ξηλώσει» όσα ψήφισε χωρίς την συνεννόηση με τους Θεσμούς, δεν υπάρχει ως ενδεχόμενο στα πρωθυπουργικά κιτάπια.

Αντιθέτως, όπως φρόντισε να διαμηνύσει (με το βλέμμα προς τους Θεσμούς) ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ο σχεδιασμός για την ελάφρυνση των πολιτών από υφιστάμενα μέτρα θα γίνει «στον βαθμό που επιτρέπει και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας».

Πηγή Πληροφοριών

Σχετικές δημοσιεύσεις