Έτσι δολοφόνησαν τον Κώστα Τσαλικίδη

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Η είδηση: Δεκατρία χρόνια μετά δικαιώνονται οι συγγενείς του που αγωνίζονταν να αποδείξουν ότι ο 39χρονος δεν είχε αυτοκτονήσει αλλά είχε δολοφονηθεί, και το έγκλημα συνδεόταν με το σκάνδαλο των υποκλοπών με την εγκατάσταση παράνομου λογισμικού στην εταιρία. Η εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας άσκησε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατ´ αγνώστων για την υπόθεση του πρώην στελέχους της Vodafone Κώστα Τσαλικίδη .

H ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ

Ξημερώματα Τετάρτης 9 Μαρτίου 2005, στην οδό Ευκλείδου 18 στον Κολωνό. Από το παταράκι του μπάνιου στο μικρό διαμέρισμα του Κώστα Τσαλικίδη, κατεβαίνει ένα σχοινί το οποίο είναι δεμένο στους σωλήνες του καλοριφέρ. To σχοινί καταλήγει σε θηλιά περασμένη στον λαιμό του 39χρονου στελέχους της Vodafone.

Το σώμα του Κώστα Τσαλικίδη αιωρείται μερικά εκατοστά πάνω από το πάτωμα και μια καρέκλα είναι πεσμένη κάτω από τα πόδια του….



Η ώρα είναι 07:55. Το άψυχο σώμα του γιού της καθώς κρέμεται μπροστά στη πόρτα του μπάνιου, θα το αντικρύσει πρώτη η μητέρα του Γεωργία. Ο Κώστας, που ήταν πάντα συνεπής στην δουλειά του, εκείνη τη μέρα δεν είχε φύγει ακόμη από το διαμέρισμα και οι γονείς τον καλούσαν στο τηλέφωνο με τη σκέψη ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Ο πατέρας του Γιώργος, εργολάβος οικοδομών, υπέφερε από την αναπηρία του στο ένα του πόδι με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η κίνησή του. Οι γονείς κατοικούσαν στον ίδιο όροφο με το γιο τους, σε διαφορετικά διαμερίσματα. Η μητέρα ήταν εκείνη που με το δικό της κλειδί, θα πήγαινε να ξυπνήσει τον Κώστα.

Η ώρα είναι 08:35, όταν φτάνει τυχαία στο διαμέρισμα ο αδελφός του Παναγιώτης. Εκείνος με μαχαίρι κόβει το σχοινί και τοποθετεί το άψυχο σώμα του αδελφού του στο κρεβάτι του υπνοδωματίου, όπου και τον φωτογράφισε. Στη συνέχεια τηλεφωνεί στο ΑΤ Κολωνού.

Στις 9.30-10 το πρωί της ίδιας μέρας, (σύμφωνα με την κατάθεσή του στις 10 Μαρτίου 2006), ενημερώνεται ο επικεφαλής της Vodafone Γιώργος Κορωνιάς, για το θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη. Στο διαμέρισμα της οδού Ευκλείδου βρίσκεται ακόμη η Σήμανση και το ΕΚΑΒ.

Στο μεταξύ κανείς δεν φροντίζει ν απομονώσει το χώρο και να πάρει δαχτυλικά αποτυπώματα. Ούτε καν από το πατάρι. Μέχρι σήμερα , Φεβρουάριος 2010!..

Οσο για την νεκροψία, αυτή γίνεται την επόμενη το βράδι, 10 Μαρτίου 2005, αντί της πάγιας τακτικής-παραλαβή νεκρών μέχρι 10 το πρωί για νεκροτομή την ίδια μέρα. (Στην Ελλάδα πρωθυπουργός είναι ο Κώστας Καραμανλής και κορυφαία στελέχη στο Μαξίμου ο Γιάννης Αγγέλου και ο Γιάννης Ανδριανός.)

Κανείς εως σήμερα δεν γνωρίζει την πραγματική ώρα του θανάτου του Κώστα Τσαλικίδη. Κι αυτό γιατί πουθενά δεν αναγράφεται- σε κανένα έγγραφο! Κανείς εκτός από τον δολοφόνο του.

ΟΙ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΩ ΟΡΟΦΟΥ, Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΒΑΛΙΤΣΑ ΚΑΙ Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΩΡΙΜΟ ΑΝΔΡΑ

Στην οδό Ευκλείδου 18, στο διαμέρισμα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το δυάρι που κατοικούσε ο Κώστας Τσαλικίδης, μένουν δυο φοιτήτριες, κορίτσια από την επαρχία που βρέθηκαν στην Αθήνα. Ένα πρωί καθώς έχουν κατέβει για ψώνια στο κέντρο της πόλης-συγκεκριμένα πήγαν ν αγοράσουν καλλυντικά από γνωστό κατάστημα, θα κάνουν μια γνωριμία λίγο ασυνήθιστη, για το μέρος. Ενας ώριμος άνδρας, αθλητικός και με κοντοκουρεμένο μαλλί, θα τις πλησιάσει. Τους πιάνει κουβέντα. Για κάποιο διάστημα, μιλάει μόνο με τη μία, καθώς η άλλη συνεχίζει να ψωνίζει.

Αργότερα και καθώς επιστρέφουν σπίτι τους, ανακαλύπτουν ότι έχουν χάσει τα κλειδιά τους. Πολύ μετά κι όταν ο Κώστας Τσαλικίδης του κάτω ορόφου, θα είχε φύγει από τη ζωή, οι φοιτήτριες βρίσκουν έντρομες μια βαλίτσα στο πατάρι του μπάνιου τους. Μια τεράστια βαλίτσα που δεν ανήκε σε καμία από τις δύο. Τα παταράκια στις παλιές πολυκατοικίες, όπως εκείνη που κατοικούσαν, χτιζόντουσαν με τον ίδιο τρόπο σ όλα τα διαμερίσματα. Οι σωληνώσεις ήταν παρόμοιες.

Οποιος είχε μπει στο διαμέρισμα των κοριτσιών γνώριζε ακριβώς πως ήταν και το πατάρι στο δυάρι του Κώστα Τσαλικίδη. Από πού περνούν οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης. Είχε σκόμη στη διάθεσή του και το κλειδί της κεντρικής εισόδου της μικρής πολυκατοικίας.

Το τι μπορεί να περιείχε η βαλίτσα που τοποθετήθηκε στο πατάρι τους, είναι ένα ερωτηματικό. Οπως επίσης και πως θα μπορούσε να χρησιμεύει στους δολοφόνους του νεαρού Τσαλικίδη.

Ένα ακόμη ερωτηματικό είναι οι τρείς ναυτικοί κόμποι που έσφιγγαν τη θηλιά στο λαιμό του Κώστα Τσαλικίδη. Οι ναυτικοί κόμποι, απαιτούν ιδιαίτερη τεχνική και έμπειρο χέρι. Ο νεαρός Τσαλικίδης, δεν ήξερε να δένει παρά τους κόμπους στα κορδόνια των παπουτσιών του.

Οι φοιτήτριες –σύμφωνα με πληροφορίες-έχουν δώσει καταθέσεις και στη συνέχεια «εξαφανίσθηκαν» τρομαγμένες από το σπίτι του Κολωνού.

-«Εμείς ποτέ δεν είχαμε βαλίτσα στο πατάρι μας…», θα πουν στην οικογένεια του νεκρού Τσαλικίδη.

ΑΓΟΡΑΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ!

Ηταν γύρω στις 11 το βράδι της 8ης Μαρτίου, όταν ο Κώστας Τσαλικίδης πήγε στο φούρνο της γειτονιάς του. Είχε αδυναμία στις πάστες που έφτιαχνε ο φίλος του φούρναρης και αγόρασε τρεις. «Μ αρέσουν πολύ οι πάστες που φτιάχνεις…» έλεγε καθώς έβγαζε να τις πληρώσει.

«Δεν έμοιαζε με άνθρωπο που θ αυτοκτονούσε. Ανοίξαμε μια κουβεντούλα, ως συνήθως…» θα πει ο φούρναρης για τον πελάτη και φίλο του.

Ο Κώστας κρατώντας τις πάστες ανεβαίνει στο διαμέρισμα. Τα γεγονότα τον θέλουν να περνάει πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του. Όταν ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του. Το πώς ένας δολοφόνος θα εξουδετερώσει εντελώς την αντίσταση ενός ανθρώπου που κοιμάται, απαιτεί φαντασία αντίστοιχη μ εκείνη του τελευταίου διαρρήκτη. Ένα αναισθητικό σπρέυ αρκεί.

Το κοιμισμένο σώμα του νεαρού Τσαλικίδη οδηγείται από τους δολοφόνους του στην κρεμάλα με τους ναυτικούς κόμπους. Αφού τη περάσουν στο λαιμό ένας απ αυτούς τον «αγκαλιάζει» και κρέμεται μαζί του. Τα σημάδια στο λαιμό του νεκρού δεν δικαιολογούνται ούτε από το βάρος , ούτε από τη διάμετρο του σχοινιού.



Το γεγονός ότι επέλεξαν να τον κρεμάσουν έξω από το μπάνιο του, έχει την εξήγησή του. Ηθελαν να στείλουν «μήνυμα» σε όσους γνώριζαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Διαφορετικά ότι θα είχαν την ίδια τύχη: Θα τους περίμενε κι εκείνους «Το Μπάνιο της Αφροδίτης» …

 

OTAN ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΕΙΧΕ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ DOCUMENTO

Μας μιλάει ο Παναγιώτης Τσαλικίδης, που πριν από δώδεκα χρόνια έζησε την ανθρώπινη τραγωδία στον μέγιστο βαθμό. O άνθρωπος που είδε τον αδερφό του κρεμασμένο, πήρε ένα μαχαίρι, έκοψε το σκοινί που ήταν περασμένο γύρω από τον λαιμό του, αγκάλιασε το άψυχο σώμα και το ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Από τότε και μέχρι σήμερα, που η δικογραφία για τον θάνατο του σχεδιαστή δικτύου και διευθυντή τεχνολογίας της Vodafone Κώστα Τσαλικίδη ανασύρεται από το αρχείο, χάρη στην απόφαση-κόλαφο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τις ελληνικές δικαστικές αρχές, δεν έχει σταματήσει να αγωνίζεται για να αποδείξει ότι ο αδερφός του δεν αυτοκτόνησε αλλά τον «αυτοκτόνησαν». Οτι υπήρξε θύμα ενός τεράστιου σκανδάλου κατασκοπείας, που αποκαλύφτηκε έναν χρόνο ύστερα από εκείνο το πρωινό του Μαρτίου του 2005 που τον βρήκε η μητέρα του κρεμασμένο μέσα στο σπίτι του.

Συναντήσαμε τον Π. Τσαλικίδη το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης. Το ίδιο πρωί είχε ανακοινωθεί από την Εισαγγελία Εφετών Αθήνας ότι ο εισαγγελέας Γρηγόρης Πεπόνης έπειτα από παραγγελία του προϊσταμένου του Αντώνη Λιώγα θα διερευνήσει εκ νέου τις συνθήκες θανάτου του 39χρονου. Τώρα, που το ευρωπαϊκό δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα επειδή δεν διερεύνησε επαρκώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφυγε από τη ζωή ο νέος αυτός άνθρωπος.

Ο Παναγιώτης Τσαλικίδης, που μιλά για τον «ξεροκέφαλο» αδερφό του και τα μάτια του βουρκώνουν, δεν τρέφει αυταπάτες. Ξέρει ότι σε αυτήν ειδικά την υπόθεση δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν οι δράστες. Ούτε να βρεθεί αυτός «που του πέρασε τη θηλιά».

«Ο φόβος κρατάει πολλά χρόνια» μας λέει. Θέλει όμως μια «δικαίωση ως προς την αυτοκτονία». Μια δικαίωση γι’ αυτό το «πολύ ελληνικό», όπως πολύ εύστοχα το χαρακτήρισε, που έγινε στην περίπτωση του αδερφού του, όπως δυστυχώς συμβαίνει και σε πολλές άλλες υποθέσεις…

Γιατί κάποιοι, «υπεύθυνοι-ανεύθυνοι δεν κάνουν έκαναν τη δουλειά τους». Κι εδώ, «όπως αποδείχτηκε, ήταν οι δικαστές που δεν έκαναν τη δουλειά τους. Κι όμως κάποιοι παίρνουν προαγωγές, αμείβονται καλύτερα, γίνονται ακόμη και υπουργοί και άλλοι πεθαίνουν είτε γιατί δεν έκαναν πίσω είτε για άλλους λόγους, επίσης “πολύ ελληνικούς”».

«Εμείς», θυμίζει, «από την αρχή είχαμε υποψίες ότι κάτι συνέβαινε με τη δουλειά του. Οι ίδιοι οι αστυνομικοί μου το είχαν πει όταν είχα πάει στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ότι εδώ τα πράγματα είναι περίεργα, μετράς “ένα κι ένα” και κάνουν τρία. Δεν υπήρχε λογική ακολουθία που να οδηγεί στην αυτοκτονία, όπως βιάστηκαν να αποφανθούν –χωρίς να το ψάξουν– αστυνομία και Δικαιοσύνη».

Είναι όμως η απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου που έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν σωστά το καθήκον τους μια δικαίωση στον αγώνα που δίνετε για την αλήθεια; Μπορεί σε αυτή την υπόθεση να υπάρξει δικαίωση;

Δικαίωση; Είναι δικαίωση ως προς την αυτοκτονία, που την αμφισβητήσαμε από την αρχή. Γιατί ήρθε και είπε ότι δεν έχει εξεταστεί καθόλου το ενδεχόμενο της δολοφονίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν προσκομιστεί. Με αυτή την έννοια είναι δικαίωση. Μας φαίνεται εξωπραγματικό ότι έχουν περάσει κοντά 12 χρόνια και τώρα λένε ότι θα ξανανοίξουν μια υπόθεση που δεν έχει τίποτε το δύσκολο… Δεν ρωτήθηκαν από την πρώτη ημέρα άνθρωποι που έπρεπε να ερωτηθούν για συγκεκριμένα θέματα, όπως πρέπει να γίνεται όταν υπάρχουν υποψίες για δολοφονία. Δεν ήρθε ένας δικαστής να κοιτάξει ούτε για το σκοινί, τη θηλιά…

Υστερα από όλα όσα δεν συνέβησαν έχετε πια ελπίδα, έχετε εμπιστοσύνη ότι τουλάχιστον τώρα που ξανανοίγει ο φάκελος θα βρεθεί κάτι, με δεδομένη και την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης; Οταν πίσω της κρυβόταν το μεγαλύτερο σκάνδαλο υποκλοπών που αποκαλύφτηκε ποτέ στη χώρα και τεράστια συμφέροντα;

Εχουμε την ελπίδα, γι’ αυτό και κινούμε τις διαδικασίες. Αν δεν υπήρχε ελπίδα δεν θα μπαίναμε και σ’ αυτήν τη διαδικασία. Πάντα υπάρχει ελπίδα ότι τα πράγματα μπορεί να διορθωθούν. Εχουμε ένα νέο ξεκίνημα, έτσι είναι σε όλα η χώρα μας… Το πιο απάνθρωπο σε αυτή την υπόθεση είναι που ελπίζεις και μετά χάνεις την ελπίδα και ξανά από την αρχή. Το ψυχικό κόστος είναι πολύ μεγάλο, όπως και η απογοήτευση, αλλά ζεις στην Ελλάδα Το πραγματικό κόστος είναι αυτό και το μέρος της ανθρωπιάς που χάνεται. Ελπίζουμε σε κάποιος φως, ότι κάποιος φταίει, ρε παιδιά. Να βγει κάποιος και να πει ότι κάποιος φταίει κι ότι εκεί κάναμε λάθη… Να βρεθεί κάποια ημέρα ένας δικαστής που θα κάνει αυτό που πρέπει για να βελτιωθούν κάποια πράγματα, να έχει κάποιο νόημα.

Τόσα χρόνια δεν ήθελαν;

Σίγουρα υπάρχει ένας συνδυασμός πραγμάτων… Μια καταδίκη όμως όπως αυτή από το ευρωπαϊκό δικαστήριο μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης, όχι μόνο για να σωθούν τα προσχήματα από ένα μέρος της ελληνικής Δικαιοσύνης αλλά για να δοθεί το έναυσμα να προχωρήσουν σε βάθος.

Λειτούργησε συγκαλυπτικά η Δικαιοσύνη στην περίπτωση του αδερφού σας;

Μερικές φορές κάνεις κάτι για να διορθώσεις κάτι άλλο που έχει αποκαλυφθεί και τα κάνεις χειρότερα… Εδώ το ίδιο το κράτος δεν το είδε ούτε διαπραγματευτικά. Λειτούργησε με εντελώς λανθασμένο τρόπο. Το έχω ακούσει από πολλούς ανθρώπους ότι είχαμε ένα χαρτί για να διαπραγματευτούμε, πέθανε ένας άνθρωπος σε αυτή την ιστορία, να πάρουμε κάποια ανταλλάγματα.

Και περιμένετε τώρα να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι; Ο θάνατος του αδερφού σας συνδέεται με ένα τεράστιο πολιτικό θέμα, υπάρχουν από πίσω μυστικές υπηρεσίες, ξένοι πράκτορες…

Να βρεθεί δράστης με ονοματεπώνυμο θα είναι δύσκολο, όμως τόσο το ευρωπαϊκό δικαστήριο όσο και αστικό δικαστήριο έχουν αποφανθεί κατά της αυτοκτονίας και δείχνουν προς συγκεκριμένο χώρο, που δεν ήταν ο χώρος του σπιτιού αλλά της δουλειάς που έκανε ο Κώστας… Να βρεθεί ένας δικαστής να κάνει τη δουλειά του πρέπει.

Εσείς δεν φοβηθήκατε κάποια στιγμή να συνεχίσετε;

Φοβηθήκαμε… Εγώ είχα ανθρώπους που με παρακολουθούσαν, ήταν κάτω από το σπίτι, με ακολουθούσαν στο περπάτημα, ήταν εμφανές. Υπέθετα όμως ότι δεν θα γινόταν κάτι, θα ήταν βλακώδες. Το είχα πει στις καταθέσεις μου στην πρώτη εισαγγελική έρευνα. Το είχα πει στον Διώτη…

Και τι σας είπε;

Οτι «συμβαίνουν αυτά». Αργότερα ο εφέτης Πετρόπουλος μας είχε πει: «Τι κάνετε εδώ, παιδιά; Δεν πρόκειται να βρείτε άκρη σε αυτή την υπόθεση…».

Δεν ρωτήσατε γιατί;

Το μυαλό μου τότε δεν μου επέτρεπε να κάνω αυτή την ερώτηση. Τώρα που έγινε πάγος το αίμα μου… Να φανταστείτε, για να πάρω τον φάκελο από τον Πετρόπουλο έκανα δύο τρία χρόνια. Δεν μου τον έδιναν! Είχα πάει στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, στο γραφείο του, νομίζω ήταν ο Καστανίδης. Και θυμάμαι ότι ήταν απέξω αυτός ο τραγικός άνθρωπος από την Ηλεία που είχε χάσει παιδιά και γυναίκα στις πυρκαγιές… Είχε πολύ μεγαλύτερη συμφορά πάνω του από εμένα κι ήταν εκεί αυτός που είχε χάσει τα πάντα στη ζωή και αναγκαζόταν να πάει σε ένα γραφείο και να παρακαλάει για τα δικαιώματά του. Ηταν σαν χαμένος ο άνθρωπος. Δεν ξέρω τι είχε πάει να ζητήσει και περίμενε, προφανώς όμως δεν είχε πάει για ρουσφέτι. Μου έμεινε μια αίσθηση μεγάλης πικρίας για το κράτος μας, για την κοινωνία μας… Κι εγώ τον φάκελο πολύ αργότερα τον πήρα.

Δεν σκεφτήκατε ποτέ, και όταν αποκαλύφτηκαν οι υποκλοπές, μήπως είχαν φέρει τον αδερφό σας σε απόγνωση, μήπως του έριχναν ευθύνες που δεν του αναλογούσαν, αν εκβιαζόταν ίσως;

Ημουν πάντα απόλυτος ότι ο αδερφός μου δεν αυτοκτόνησε, δεν υπήρχε κανένα δείγμα. Ηταν επίμονος, ξεροκέφαλος, δεν υποχωρούσε. Ηθελε αυτό που έκανε να το τελειώνει, ήταν δύσκολο να τον κρατήσεις, ήταν εξαίρετος μηχανικός. Αλλωστε δεν είχε εξαρτήσεις, δεν τον ενδιέφεραν τα λεφτά – δεν τα είχε ανάγκη με τη ζωή που έκανε. Αυτόν τον ένοιαζε η μουσική, οι δίσκοι του. Αλλά ούτε θα επέτρεπε να πληρώσει αυτός για κάτι που είχε γίνει, δεν θα έκανε συμβιβασμό. Κι εκεί ήταν πολλοί άνθρωποι ανακατεμένοι· ένα τέτοιο σύστημα απαιτούσε πολλούς για να λειτουργήσει, ήταν και πολύ δύσκολο να το ρίξουν πάνω του.

Τι πιστεύετε έπειτα από τόσα χρόνια ότι είχε γίνει;

Οι τεχνικοί μέσα στην εταιρεία από ένα σημείο και μετά συνειδητοποίησαν ότι συνεχίζονταν οι υποκλοπές, ότι γινόταν ένα έγκλημα και ήθελαν να το σταματήσουν. Κάποιος όμως ήθελε να συνεχιστούν και αν υπήρχε ένας εκεί μέσα που θα έβαζε τη μεγαλύτερη φωνή, θα ήταν ο αδερφός μου. Πώς να το πω, ήταν ο φυσικός του ρόλος, ο άνθρωπος αυτός δεν κρυβόταν… Εψαχνε να βρει τι γινόταν, πού ήταν το τεχνικό πρόβλημα και το σύστημα ήταν σαν να το έπιανε πυρετός. Οταν συνειδητοποίησε τι γίνεται στο δίκτυο, προφανώς θα τον κατάλαβαν… Το λάπτοτ του ήταν συνδεδεμένο σε ένα κέντρο της εταιρείας, είχε μια λογισμική επαφή, αλλά δεν μάθαμε ποτέ τι είδους επαφή ήταν. Ζητήσαμε τα στοιχεία αλλά δεν παραδόθηκαν ποτέ από τη Vodafone. Δεν βλέπετε ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια και κανείς από την εταιρεία δεν έχει βγει να πει τίποτε; Και οι ερωτήσεις που έγιναν από τον εισαγγελέα μετά δεν ήταν προς αυτή την κατεύθυνση. Φώναζε τους μάρτυρες και τους ρωτούσε αν ήταν καλό παιδί ο Τσαλικίδης. Καμία σχέση με την πραγματικότητα, με το αντικείμενο της έρευνας. Υπήρχε πολύ μεγάλος φόβος. Αν υπάρχει και θάνατος, αυτός ο φόβος κρατάει πολλά χρόνια. Σκέφτονται τι έπαθε ο άλλος και δεν μιλάνε – είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.



Η κοπέλα με την οποία ήταν αρραβωνιασμένος πώς είναι;

Είναι κι αυτή στους καμένους της υπόθεσης, ακόμη μόνη.

Όταν ο Καρχιμάκης κι ακόμη 14 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθεσαν ερώτηση για την υπόθεση Τσαλικίδη

Mε αφορμή τις εξελίξεις στην υπόθεση, αξίζει να αναφέρει κανείς ότι λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009, 15 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, με πρώτον τον Μιχάλη Καρχιμάκη, είχαν υποβάλει μια πολύ οργισμένη Ερώτηση στον τότε υπουργό των Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλο, ζητώντας «να δικαιολογήσει την έλλειψη απαντήσεων στα καίρια ερωτήματα που παραμένουν προκλητικά αναπάντητα εξαιτίας της συγκάλυψης ενός σκανδάλου πρωτοφανούς παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και ενδεχόμενης μείζονος απειλής της δημόσιας ασφάλειας, που οδήγησε και στην αυτοκτονία του στελέχους της Vodafone».

Πρόκειται για την ερώτηση που είχε κατατεθεί στις 7 Σεπτεμβρίου 2009, την τελευταία μέρα δηλαδή πριν κλείσει η Βουλή για τις εκλογές. Με την ερώτηση αυτή, που έμεινε αναπάντητη καθώς ουδείς επανήλθε, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ (Καρχιμάκης, Νιώτης, Ντόλιος, Μπόλαρης, Αμοιρίδης, Αράπογλου, Αηδόνης, Τζάκρη, Ρήγας, Βαρβαρίγος, Γρηγοράκος, Τσιρώνης, Τιμοσίδης, Διαμαντίδης) σχολίαζαν και την τοποθέτηση ως Διοικητή της ΕΥΠ του κ. Παπαγγελόπουλου -τον οποίο θεωρούσαν υπεύθυνο για τη συγκάλυψη της υπόθεσης- και έθεταν τα ακόλουθα ερωτήματα σχετικά με την όλη υπόθεση της φερόμενης ως αυτοκτονίας Τσαλικίδη:

– Αδιερεύνητο φέρεται να παραμένει το από ποιόν και το πότε ενημερώθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Vodafone για τον θάνατο του Κ. Τσαλικίδη. Σύμφωνα την κατάθεση του πρώτου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας στη Βουλή η ενημέρωση αυτή ήταν ανεξήγητα άμεση, καθώς έγινε νωρίς το πρωί της ίδιας μέρας του θανάτου (9.30 – 10.00 π.μ.), σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα από εύρεση του πτώματος από την οικογένειά του, και τουλάχιστον μία ώρα πριν (11.00 π.μ.) η οικογένειά του επικοινωνήσει το γεγονός σε τρίτα πρόσωπα που ενδεχομένως μετέπειτα να πληροφόρησαν την εταιρεία.

– Παρά την προσφυγή της οικογένειας του Κ. Τσαλικίδη φέρεται να μην ταυτοποιήθηκαν ποτέ οι κάτοχοι των αριθμών τηλεφώνων που κλήθηκαν ή κάλεσαν τον κινητό του Κ. Τσαλικίδη τις ώρες πριν από τον θάνατό του. Πρόκειται για τους παρακάτω αριθμούς, κάποιοι από τους οποίους δεν αντιστοιχούν σε κοινά κινητά ή σταθερά τηλέφωνα: 0030496499, 6972224621, 0030436024, 0030491010.

– Παρά επίσης την προσφυγή της οικογένειας του Κ. Τσαλικίδη φέρεται να μην έγινε επαρκής έρευνα των ψηφιακών αρχείων στον υπολογιστή, στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και κυρίως σε φορητές συσκευές αποθήκευσης (USB) του εκλιπόντος.

– Αδιευκρίνιστη παραμένει μια φερόμενη ως ουσιαστική ανακρίβεια των καταθέσεων στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής του Διευθυντή του Πρωθυπουργικού Γραφείου κ. Γ. Αγγέλου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Vodafone, σχετικά με το πότε έλαβαν χώρα η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία αλλά και η συνάντηση που ορίσθηκε για την επόμενη μέρα στο Μαξίμου με θέμα τις υποκλοπές.

– Αδιευκρίνιστο φέρεται να παραμένει το εάν ο εκλιπών συμμετείχε ή όχι σε μυστική συνάντηση την 8.3.05 με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Vodafone και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη, συνάντηση που προηγήθηκε της ενημέρωσης του Μαξίμου από τον ίδιο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο.

– Φέρεται να μην αναζητήθηκε το ένα από τα 3 τηλέφωνα που, σύμφωνα με το πόρισμα της ΑΔΑΕ, δεν παραδόθηκαν ποτέ στην ΑΔΑΕ από τη Vodafone, παρά το γεγονός ότι ένα από αυτά χρησιμοποιούνταν ‘αποκλειστικά για εσωτερικές λειτουργίες των ψηφιακών κέντρων’, ούτε να διερευνήθηκε αν αυτό αντιστοιχεί στο τηλέφωνο που κάλεσε η σταθερή γραμμή του Κ. Τσαλικίδη το βράδυ του θανάτου του.

– Φέρεται να μην διερευνήθηκαν τα ερωτηματικά που προκύπτουν από την παραδοχή του τεχνικού Διευθυντή της Ericsson, μιας τρίτης δηλαδή εταιρείας, ότι είχε καθημερινή επαφή με τον Κ. Τσαλικίδη, την ίδια στιγμή που ο τεχνικός Διευθυντής της Vodafone, της εταιρείας δηλαδή στην οποία εργαζόταν ο Κ. Τσαλικίδης, επέμενε ότι δεν είχε τακτική επαφή με τον τελευταίο.

– Αναπάντητο φέρεται να παραμένει το επίμονο ερώτημα της οικογένειας του εκλιπόντος σχετικά με τους λόγους που δεν παρελήφθη το πτώμα του Κ. Τσαλικίδη από το ΕΚΑΒ για νεκροτομή, αλλά αντ’ αυτού την υπόθεση διαχειρίστηκε περιέργως η σήμανση, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του αδελφού του Π. Τσαλικίδη.





πηγη

Σχετικές δημοσιεύσεις