KΟΛΑΣΜΕΝΟ καλοκαίρι με απόπειρα κατάληψης βραχονησίδας. Απόδραση Τσίπρα;

Eνα κολασμένο καλοκαίρι για την Ελλάδα προβλέπουν κορυφαίοι αναλυτές. Ειδικά μετά την 20η Ιουνίου θα αρχίσει η μεγάλη εθνική περιπέτεια με απόπειρα κατάληψης βραχονησίδας από τους Τούρκους- αλά Ιμια-, ενώ δεν αποκλείουν και προβοκάτσια στη Θράκη. Οι προσφυγικές ροές θα απογειωθούν ενώ η έξοδος της χώρας στις αγορές θα συνοδευθεί με πανωλεθρία.

Ο Τσίπρας θα αναγκασθεί να αποδράσει με πρόωρες εκλογές συντριβής τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Στο μεταξύ οι δύο Ελληνες στρατιωτικοί Δημήτρης Κούκλατζης και Αγγελος Μητρετώδης συμπλήρωσαν 100 μέρες φυλακής στα τουρκικά μπουντρούμια ενώ θα μπορούσαν να παραμείνουν προφυλακισμένοι για 5 χρόνια και να καταδικασθούν για άλλα 15!

Η σύλληψη των δύο στρατιωτικών έγινε από το ημιστρατιωτικό σώμα Τζαντάρμα, που αποτελεί την πολιτοφυλακή της Τουρκίας και οι άνδρες της υπακούουν τον Αρίφ Τσετίν, πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης του «σουλτάνου». Επειδή ακόμη δεν έχουν μιλήσει οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε έαν έγινε σε ελληνικό ή τουρκικό έδαφος.
Τι θα γινόταν, σε περίπτωση που υποστήριζαν ότι συνελήφθησαν εντός ελληνικού εδάφους; Ποια θα ήταν η αντίδραση της ελληνικής πλευράς που όλο αυτό το διάστημα υποδύεται την στρουθοκάμηλο και κάνει πως λύνει το Σκοπιανό; Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι ένοπλες δυνάμεις των δύο χωρών; Ποιος είναι ο ρόλος του εδάφους; Ποια είναι τα σημεία υπεροχής της μίας έναντι της άλλης;

Η ανάλυση του Ιωάννη Κονδύλη (Θεωρία του πολέμου) που ακολουθεί είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

H έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική και συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο. Αντίθετα, ο ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα.

Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις, για τις όποιες θα μιλήσουμε παρακάτω) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922. Εάν π.χ. για λόγους αντιπερισπασμού συγκροτούσε προγεφυρώματα στον παράκτιο μικρασιατικό χώρο, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσαν ακόμα και να τ’ αγνοήσουν εντελώς, στρεφόμενες εναντίον τους μόνον αφού θα είχε πια κριθεί η έκβαση στα κύρια θέατρα του πολέμου.

Πώς μπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέμου, τα σοβαρά γεωγραφικά της μειονεκτήματα; Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε oι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν “δυσανάλογο” (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες.

Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Το πού πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, με δεδομένο τον κατά βάση συμπαγή και ολότμητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, μας το δείχνει μια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες.

Το δεύτερο σημείο, που πρέπει να υπογραμμιστεί, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της της δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων.

Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά.

Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους-εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζερούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων.

Άρα, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών του δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια. Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς καί με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου). Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με “de facto” μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιόνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως “casus belli” η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.

Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας, η Ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια “πολεμοχαρής” διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά.

Πηγή: “Θεωρία του πολέμου”, Ιωάννης Κονδύλης

mirage2000_2

Το Κυπριακό Κέντρο Στρατηγικών Μελετών παρουσιάζει στον ιστότοπό του τις Στρατιωτικές Δυνάμεις Ελλάδας-Τουρκίας καθώς και τις στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Κύπρο.

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

ΕΛΛΑΔΑΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ 2014

Ανάλυση Δρ Άριστος Αριστοτέλους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δύο αξιόλογες στρατιωτικά χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ από το 1952. Είναι ταυτόχρονα αντίπαλοι σε εθνικά τους ζητήματα όπως το Κυπριακό και το Αιγαίο, για τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασαν στο χείλος θερμής αντιπαράθεσης. Παρόλο που τα τελευταία δώδεκα σχεδόν χρόνια παρατηρείται ύφεση στις σχέσεις των δύο χωρών, οι μεταξύ τους εθνικές διαφορές δεν έχουν επιλυθεί και το στρατιωτικό στοιχείο παραμένει σημαντικό μέρος της εθνικής τους πολιτικής.

Σκοπός της μελέτης αυτής είναι να καταγράψει, συγκρίνει και αναλύσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ελλάδας και της Τουρκίας κατά το 2014 καταγράφοντας ταυτόχρονα τις σημαντικότερες διαφοροποιήσεις στα δύο στρατόπεδα σε σχέση με το 2004. Πρόκειται για μια ποσοτική προσέγγιση στο συσχετισμό των δυνάμεων των δύο χωρών και ασφαλώς δεν αποτελεί εξαντλητική ανάλυση όλων των παραμέτρων και δεδομένων γύρω από την στρατιωτική κατάσταση στην κάθε πλευρά.

Τα στοιχεία προέρχονται από έγκυρες, ανεξάρτητες και προσβάσιμες σε κάθε ενδιαφερόμενο πηγές, όπως το IISS, τo SIPRI, OSCE, καθώς και από οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και τη CIA, περιλαμβανομένου και πληροφοριακού υλικού που διαθέτει το Κυπριακό Κέντρο Στρατηγικών Μελετών.

Πιο κάτω παρατίθενται τα γενικότερα συμπεράσματα και διαπιστώσεις που προκύπτουν από την ανάλυση των στοιχείων στην κάθε χώρα. Τα στοιχεία αυτά εκτίθενται ακολούθως αναλυτικά υπό μορφή πινάκων οργανωμένων σε ενότητες ανάλογα με το όπλο υπό εξέταση, ήτοι τον Στρατό, το Ναυτικό και την Αεροπορία.

ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Η ΑΠΕΙΛΗ

Για την Ελλάδα η κύρια στρατιωτική απειλή εναντίον της προέρχεται από την τουρκική πλευρά, ενώ η Τουρκία θεωρεί ότι αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρές προκλήσεις από κατευθύνσεις, όπως την Καυκασία, τη Ρωσία, το Ιράκ και τη Συρία. Θεωρεί ακόμη γεωπολιτικό ανταγωνιστή το Ιράν και ανησυχεί για το πυραυλικό και πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά και για την εσωτερική της κατάσταση και το Κουρδικό.

Σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά, η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να αφιερώνει σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους για την αντιμετώπιση απειλών και από αυτές τις κατευθύνσεις, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής πίεσης που θα μπορούσε να ασκήσει κατά της Ελλάδος. Αντιστρόφως, επικεντρώνοντας την προσοχή και τις δυνάμεις της προς την Ελλάδα θα έμενε εκτεθειμένη σε αυτές τις προκλήσεις.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης αυτής είναι το εξής: Η Τουρκία βάση των στρατιωτικών στοιχείων που παρατίθενται πιο κάτω έχει αριθμητική υπεροχή έναντι της Ελλάδος σε διάφορους τομείς – σε ορισμένες περιπτώσεις και ποιοτική. Ωστόσο, με εξαίρεση το ανθρώπινο δυναμικό, η τουρκική πλεονεκτική θέση δεν είναι ούτε συντριπτική, ούτε και προεξοφλεί ότι θα είναι υπέρ της το αποτέλεσμα μιας μεταξύ τους ενδεχόμενης αναμέτρησης στον ελληνοτουρκικό χώρο, ως η επικρατούσα μέχρι σήμερα αντίληψη. Όμως οι δραστικές περικοπές στους αμυντικούς προϋπολογισμούς της Ελλάδας και οι επιδράσεις τους στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, τείνουν να διαβρώσουν ανησυχητικά τη σχέση αυτή έναντι της Τουρκίας.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ

Ο πληθυσμός της Ελλάδας έφθασε στα 10,772,967 το 2014, σημειώνοντας αύξηση μόνο 0.9% από το 2004. Αντιθέτως στην Τουρκία ο πληθυσμός, ο οποίος είναι πολύ νεότερος του ελληνικού, αυξήθηκε κατά 15.8% από το 2004 φθάνοντας τα 80,694,350 το 2014.

Η Τουρκία με 511,000 διαθέτει το μεγαλύτερο στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό στον ευρωπαϊκό χώρο. Ακολουθούν η Γαλλία με 222,200, η Γερμανία με 186.450, η Ιταλία με 176,000,το Ηνωμένο Βασίλειο με 169,150 και η Ελλάδα με 143,350.

Συγκρίνοντας το σύνολο του εν ενεργεία στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού στις δύο χώρες το 2014 οι αναλογίες δυνάμεων είναι 3,5 Τούρκοι στρατιώτες για κάθε Έλληνα σε σύγκριση με 3,1 : 1 το 2004. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μείωση της στρατιωτικής θητείας στην Ελλάδα και στη γήρανση του πληθυσμού της κατά την τελευταία δεκαετία.

ΧΕΡΣΑΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ – ΣΤΡΑΤΟΣ

Όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικού στο Στρατό, εδώ παρατηρείται μείωση κατά 23,850 άτομα στην ελληνική πλευρά σε σχέση με το 2004. Ως εκ τούτου οι αναλογίες δυνάμεων από 3,6 Τούρκοι στρατιώτες για κάθε Έλληνα που ήταν το 2004, διαφοροποιήθηκαν σε 4,5: 1 το 2014.

Αξιοσημείωτη είναι η διαφοροποίηση όσον αφορά το συσχετισμό δυνάμεων στον τομέα των αρμάτων μάχης. Το 2014 για κάθε 1 ελληνικό άρμα μάχης αναλογούν 1,7 τουρκικά σε σύγκριση με 2,4 το 2004, ένεκα κυρίως της απόσυρσης μεγάλου αριθμού Μ-48 από την Τουρκία.

Μικρή αύξηση παρατηρείται στα ΤΟΜΠ της ελληνικής πλευράς (Μ113Α1/Α2 και Μ577) σε σχέση με το 2004 με αποτέλεσμα να μειωθούν οι αναλογίες από 2,2 τουρκικά για κάθε 1 ελληνικό σε 1,9 : 1 το 2014.

Ιδιαίτερα μειωμένο είναι το δυναμικό της ελληνικής πλευράς όσον αφορά το πυροβολικό, ενώ αντίθετα παρατηρείται κάποια περαιτέρω ενίσχυση στην Τουρκία κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία.

Διαφορετική είναι η εικόνα σχετικά με τα αντιαρματικά ( αυτοκινούμενα και φορητά) όπου η Ελλάδα παρουσιάζεται περισσότερο ενισχυμένη από την Τουρκία παρόλο που η δεύτερη συνεχίζει να υπερτερεί ελαφρά.

Τα μεταφορικά αεροσκάφη Στρατού έχουν μειωθεί στο διάστημα της δεκαετίας από 43 σε 27 όσον αφορά την Ελλάδα, ενώ αυξήθηκαν στα 38 στην Τουρκιά από 7 που ήταν το 2004.

Επίσης την ίδια περίοδο αυξήθηκε ο στόλος των ελικοπτέρων κατά 17 στην Ελλάδα φθάνοντας στα 150. Στην Τουρκία αυξήθηκαν κατά 21 φθάνοντας τα 292.

Ενισχυμένη είναι και η αντιαεροπορική άμυνα των δύο χωρών όπου η Τουρκία όμως διαθέτει διπλάσια μέσα, κυρίως ένεκα της έκτασης του χώρου που έχει να καλύψει.

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό στο Ναυτικό, η Τουρκία στο διάστημα της δεκαετίας 2004 – 2014, έχει μειώσει τις δυνάμεις της κατά 4,150 και η Ελλάδα κατά 250. Σήμερα η πρώτη διαθέτει 48,600 προσωπικό και η δεύτερη 19,000.

Η Τουρκία διαθέτει 14 υποβρύχια και η Ελλάδα 8, δηλαδή τρία λιγότερα από ό, τι το 2004. Τα υποβρύχια είναι γερμανικής προέλευσης και στις δύο χώρες. Επίσης με εξαίρεση την μείωση κατά μία φρεγάτα στην Ελλάδα τα στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα όσον αφορά τον τομέα αυτό. Η Ελλάδα διαθέτει 13 φρεγάτες και η Τουρκία 19.

Η Ελλάδα έχει 5 κορβέτες, 28 περιπολικά ( 7 λιγότερα από το 2014) και 19 αποβατικά ( 5 πλοία), καθώς και 9 σκάφη υποστήριξης διαφόρων τύπων. Η Τουρκία, από την άλλη, διαθέτει 6 Κορβέτες, 54 περιπολικά και 54 αποβατικά ( 5 πλοία), καθώς και 79 σκάφη υποστήριξης διαφόρων τύπων.

Ναυτική Αεροπορία: Η Ελλάδα διαθέτει 5 αεροσκάφη τύπου P-COrionκατά υποβρυχίων και η Τουρκία 10 από τα οποία τα 4 είναι περιπολικά ( αστυνόμευσης) και τα 6 ελαφρά μεταφορικά. Επίσης η Ελλάδα διαθέτει 21 ελικόπτερα ( 19 κατά υποβρυχίων και 2 πολλαπλής χρήσης) και η Τουρκία 29 επιθετικά.

mirage2000_1

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Το 2014 το ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της Αεροπορίας στην Ελλάδα ανέρχεται στις 26,600 ήτοι είναι αυξημένο κατά 3,600 σε σύγκριση με το 2004. Στην Τουρκία ανέρχεται στις 60,000 και είναι μειωμένο κατά 5,000 από το 2004.

Σχεδόν αμετάβλητος παραμένει ο αριθμός των μαχητικών αεροσκαφών της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας ήτοι 277 το 2014 από 283 το 2004, ενώ αισθητή είναι η μείωση στην τουρκική πλευρά όπου από 445 μειώθηκαν σε 390.

Από τα ανωτέρω αεροσκάφη τα 28 στην Ελλάδα και τα 38 στην Τουρκία είναι αναγνωριστικά.

Αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης διαθέτουν και οι δύο πλευρές, 4 ΕΜΒ-145, ΑΜΒ-145AEW η Ελλάδα και 1 B-737 AEW ( 3 υπό παραγγελία).

Η Ελλάδα διαθέτει 23 μεταφορικά αεροσκάφη ( C-160, Herculesκαι Spartan) και 31 ελικόπτερα ελαφρά και μέσου τύπου. Η Τουρκία διαθέτει 86 μεταφορικά αεροσκάφη ( C-27, Herculesκαι Spartan) και 40 ελικόπτερα. Επιπλέον η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία διαθέτει 7 αεροσκάφη ιπτάμενου ανεφοδιασμού.

Όσον αφορά την αεροπορική άμυνα η Ελλάδα παρουσιάζεται σε καλύτερη θέση με τους αμερικανικούς Patriotκαι τους ρωσικούς S-300 PMU-1. Η Τουρκία διαθέτει τους MIM-23 HawkΜΙΜ- NikeHercules.

ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Η Τουρκία οραματίζεται να διαδραματίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στην γύρω περιοχή – ιδιαίτερα στις τουρκόφωνες πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες όπως και στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Όμως παρόλο που αποτελεί μια αρκετά αξιόλογη στρατιωτικά χώρα στην περιοχή, ωστόσο οι στρατιωτικές της ικανότητες δεν της παρέχουν τη δυνατότητα είτε για προβολή αποτελεσματική ισχύος, είτε για να στηρίξει αξιόπιστα μια τέτοια εξωτερική πολιτική.

Αυτή η πολιτική είχε τα τελευταία χρόνια υποχρεωθεί σε αναδίπλωση, τόσο ένεκα έλλειψης στρατιωτικών ικανοτήτων όσο και λανθασμένων κυβερνητικών χειρισμών που μαζί με την αναταραχή που ξέσπασε στο εσωτερικό οδήγησα την πολιτική ζωή στη χώρα σε εσωστρέφεια.

Δεν σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα δεν θα επανέλθει στην προώθηση των στόχων αυτών προσεχώς. Η στρατιωτική ενίσχυσή της με διάφορα προγράμματα αποσκοπούν μεταξύ άλλων να διευρύνουν τις δυνατότητες της χώρας να διαδραματίσει αυτό το ρόλο.

ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Σημειώνονται ιδιαίτερα οι υψηλές αμυντικές δαπάνες της Τουρκίας οι οποίες από $16,1 δις το 2009 έφθασαν τα $19 δις το 2013 – δηλαδή μεγαλύτερες και από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Κύπρου – που την θέτουν στη 14 θέση ανάμεσα στις χώρες με τις μεγαλύτερες δαπάνες στον τομέα της άμυνας.

Το 2012 και 2013 η Τουρκία διέθεσε για την άμυνα της το 2,4% και 2,3% του ΑΕΠ που, σε αντίθεση με την Ελλάδα, σημειώνει αξιόλογους ρυθμούς ανάπτυξης.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, η βαθειά οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα έχει επηρεάσει αρνητικά τις αμυντικές δαπάνες και σχεδιασμούς, ένεκα δραστικών περικοπών στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Από $10,6 δις. που διέθετε το 2009 η χώρα για την άμυνα της, το 2013 διέθεσε σχεδόν τα μισά, ήτοι $ 5.9 δις.

Για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1950 οι αμυντικές δαπάνες της χώρας, που όπως και εκείνες της Τουρκίας και τις ΗΠΑ αποτελούσαν – και αποτελούν ακόμη- τις υψηλότερες στο ΝΑΤΟ ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, έφθασαν στο χαμηλότερο τους επίπεδο, 2.,3% και 2,4% για το 2012 και 2013 αντίστοιχα. Ασφαλώς εάν δεν μειωνόταν δραστικά και το ΑΕΠ, το ποσοστό αυτό θα ήταν πολύ πιο μικρό.

Πρόκειται για ένα γεγονός που διαβρώνει τις αμυντικές ικανότητες της Ελλάδας, επηρεάζει τα εξοπλιστικά προγράμματα, τη συντήρηση, την εκπαίδευση και το ηθικό του ανθρώπινου δυναμικού και ασφαλώς την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και το κύρος της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής.

πηγη

Σχετικές δημοσιεύσεις