Ξημερώνοντας Μ. Πέμπτη

Στις ερημιές της ποίησης φαγώθηκαν τα χρόνια μου
με την αρμύρα του καιρού και το μαράζι των ανθρώπων
τρίφτηκα σαν τα βότσαλα που χαίρεσαι στις εκδρομές
να σημαδεύεις κύματα.

Κάποτε μένουν άδειες οι ακτές τόσα χρόνια τόση
ποίηση ποια ζυγαριά και ποια δικαιοσύνη
πατάς γυαλιά σπασμένα, σκυλίσια κόκαλα,
ρίζες και ξύλα από κρεβάτια και σιδερικά∙
διαβάτη∙ εδώ αναπαύομαι.

Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.

του Μάνου Ελευθερίου

Σχετικές δημοσιεύσεις