Ισοπεδώνει την υποσχεσιολογία Τσίπρα/ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ το ΔΝΤ: Δεν βλέπει υπερπλεόνασμα, δεδομένη η μείωση συντάξεων/αφορολογήτου

Πρωτογενές πλεόνασμα που ίσα-ίσα πιάνει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ από φέτος μέχρι και το 2022, θεωρώντας μάλιστα δεδομένη την περικοπή των συντάξεων το 2019 και τη μείωση του αφορολογήτου ορίου το 2020, προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στη φθινοπωρινή δημοσιονομική έκθεσή του (Fiscal Monitor).

Πρόκειται για εκτιμήσεις που ανεβάζουν κατακόρυφα το θερμόμετρο της έντασης, ενόψει της Φθινοπωρινής Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία ξεκινά μεθαύριο, Παρασκευή στο Μπαλί της Ινδονησίας με τη συμμετοχή του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και όλων των Ευρωπαίων αξιωματούχων που πρωταγωνιστούν στη λήψη αποφάσεων για την Ελλάδα.

Η έκθεση του ΔΝΤ δεν έχει διόλου επηρεαστεί από το προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2019, στο οποίο η κυβέρνηση προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα φθάσει τουλάχιστον το 3,74% του ΑΕΠ φέτος (δηλαδή, 445.000.000 ευρώ πάνω από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ) και ότι την προσεχή χρονιά θα διαμορφωθεί στο 3,56% του ΑΕΠ (122.000.000 ευρώ πάνω από τον στόχο), εάν δεν μειωθούν οι συντάξεις.

Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή με περικοπή των συντάξεων και εφαρμογή των ψηφισμένων αντίμετρων, το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα εκτιναχθεί το 2019 στο 4,14% (1,22 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο).

Το ΔΝΤ εμφανίζεται αμετακίνητο από τις σκληρές θέσεις του και τις εξαιρετικά συγκρατημένες, έως απαισιόδοξες, εκτιμήσεις του. Προβλέπει από φέτος έως και το 2022 πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ, το οποίο θα περιοριστεί στο 3% το 2023, κυρίως λόγω της σημαντικής πτώσης των δαπανών της γενικής κυβέρνησης (σύμφωνα με το Ταμείο, θα υποχωρήσουν στο 45,4% του ΑΕΠ το 2023, από 48,1% φέτος).

Μολονότι στη σημερινή έκθεση δεν υπάρχει άμεση αναφορά στις συντάξεις και το αφορολόγητο όριο, είναι σαφές ότι το Ταμείο εμμένει στην εφαρμογή των δύο επώδυνων μέτρων, καθώς οι προβλέψεις του είναι οι ίδιες με εκείνες που έκανε τον περασμένο Αύγουστο στην έκθεση για την Ελλάδα, στην οποία είχε ευθέως ζητήσει να εφαρμοστούν οι επίμαχες («διαρθρωτικές», σύμφωνα με το ΔΝΤ) παρεμβάσεις.

Τη θέση αυτή αναμένεται να επαναλάβουν τα στελέχη του διεθνούς οργανισμού τις προσεχείς ημέρες στο Μπαλί, τόσο δημοσίως όσο και στις κεκλεισμένων των θυρών συναντήσεις τους με τον κ. Τσακαλώτο και τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών.

Ενδεικτικό της… ευστοχίας του Ταμείου στις προβλέψεις είναι, πάντως, ότι τον περασμένο Απρίλιο, στο εαρινό Fiscal Monitor, εκτιμούσε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα περιοριστεί φέτος στο 2,9% του ΑΕΠ. Από τον περασμένο Αύγουστο παραδέχεται ότι ο στόχος του 3,5% θα επιτευχθεί.

Ως προς το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης το Ταμείο εκτιμά πως η Ελλάδα είχε δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,1% του ΑΕΠ το 2017 το οποίο θα ισοσκελιστεί το 2019.

Το ΔΝΤ αναμένει πως τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθούν σταδιακά έως το 2023 ως ποσοστό του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα από 49% του ΑΕΠ το 2017, αναμένει πως θα μειωθούν στο 48,7% του ΑΕΠ το 2018, στο 47,1% του ΑΕΠ το 2019, το 2020 στο 46,3% του ΑΕΠ, το 2021 στο 45,7% του ΑΕΠ και θα υποχωρήσουν περαιτέρω στο 45% του ΑΕΠ το 2022 και το 2023.

Αυτή η μείωση των εσόδων της γενικής κυβέρνησης θα εξισορροπηθεί από τη μείωση των δαπανών της γενικής κυβέρνησης, η οποία πλέον το ΔΝΤ εκτιμά πως θα κινηθεί πιο «επιθετικά» από τι προέβλεπε προ έξι μηνών.

Ειδικότερα, οι δαπάνες από 48,1% του ΑΕΠ εφέτος, το 2019 θα ανέλθουν στο 47,1% του ΑΕΠ, το 2020 στο 46,1% του ΑΕΠ, το 2021 θα μειωθούν στο 45,5% του ΑΕΠ, το 2022 στο 44,9% του ΑΕΠ, ενώ το 2023 θα αυξηθούν στο 45,4% του ΑΕΠ.

Για το χρέος της γενικής κυβέρνησης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά πως στο διάστημα 2018 -2023 θα μειωθεί αθροιστικά κατά 37%, όταν τον Απρίλιο έβλεπε μείωση 26,2% του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ για την ίδια περίοδο. Συγκεκριμένα, το χρέος από 188,1% του ΑΕΠ το 2018 θα μειωθεί στο 176,9% του ΑΕΠ το 2019, θα περιοριστεί στο 169,3% του ΑΕΠ το 2020, θα υποχωρήσει στο 162,7% του ΑΕΠ το 2021, στο 155,1% του ΑΕΠ το 2022 και το 2023 θα μειωθεί στο 151,1% του ΑΕΠ.

Στην έκθεση επιχειρείται ο προσδιορισμός του «δημοσίου πλούτου» μεταξύ 69 ανεπτυγμένων χωρών. Στην άσκηση αυτή, ο δημόσιος πλούτος προσδιορίζεται στη βάση όλων των στοιχείων που έχει στην κατοχή του και όλων όσων οφείλει το δημόσιο σε 69 χώρες.

Ελλάδα και Νορβηγία βρίσκονται στα δύο άκρα της κλίμακας. Στην Ελλάδα ο καθαρός δημόσιος πλούτος, υπό το βάρος ενός τεράστιου δημοσίου χρέους υπολογίζεται σε -111% του ΑΕΠ όταν στη Νορβηγία φτάνει το (+) 348% του ΑΕΠ.

lykavitos.gr

Σχετικές δημοσιεύσεις