Η μητέρα του Αλέξη μιλάει για την νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου 2008

Είναι πάντα δύσκολο να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με μια μητέρα που έχασε από οποιονδήποτε λόγο το παιδί της. Πόσο μάλλον όταν είσαι υποχρεωμένος να της θέσεις ερωτήσεις και να σκαλίσεις τη μνήμη της για να επαναφέρεις στην επιφάνεια γεγονότα που ξεπερνούν ακόμη και αυτά τα όρια της βαρβαρότητας.

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Φρούντζο [documentonews.gr]
[Φωτογραφία Γιάννης Παναγόπουλος/Eurokinissi]
Δέκα χρόνια πριν ο ειδικός φρουρός Επαμεινώνδας Κορκονέας δολοφονούσε εν ψυχρώ τον 15άχρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Δέκα χρονιά μετά η μητέρα του δολοφονημένου εφήβου, Τζίνα Τσαλικιάν, μιλάει για όσα την πλήγωσαν και εξακολουθούν να την πληγώνουν.

Δέκα χρόνια μετά τη βάρβαρη δολοφονία του Αλέξανδρου μπορείτε να ανακαλέσετε στη μνήμη σας τα γεγονότα εκείνης της νύχτας;

Ηταν μια τραγωδία οικογενειακή, ένας κεραυνός εν αιθρία που έπεσε επάνω μου και εύχομαι καμία μάνα να μη ζήσει τέτοια δοκιμασία. Ημουν στο κατάστημά μου στο κέντρο της Αθήνας όπου προηγουμένως είχε περάσει και ο Αλέξανδρος για να με βοηθήσει στην προετοιμασία για τα γούρια ενόψει των Χριστουγέννων. Με είχε ενημερώσει για το επικείμενο ραντεβού του με τον πρώην συμμαθητή του Νίκο Ρωμανό και είχαμε συνεννοηθεί να τηλεφωνηθούμε για να περάσω με το αυτοκίνητό μου να τους πάρω και να τους αφήσω στον Φάρο Ψυχικού όπου θα μαζεύονταν οι φίλοι του με σκοπό να πάνε σε πάρτι στο σπίτι γνωστής μου οικογένειας. Πάνω του κρατούσε μενταγιόν καρδούλα το οποίο είχε αγοράσει το πρωί της ίδιας ημέρας από το κατάστημα Rodamos στο Νέο Ψυχικό με σκοπό να το προσφέρει στην κοπέλα του με την οποία και θα πήγαινε στο πάρτι.


Γνώριζα την κοπέλα του, ήταν συμμαθήτριά του από το σχολείο του, την Ωθηση, και προερχόταν από πολύ σοβαρή οικογένεια. Μάλιστα γνώριζα τη μητέρα της την οποία εκτιμώ. Γύρω στις 9.00 χτύπησε το κινητό μου και φάνηκε κλήση με το όνομα του γιου μου. Απάντησα: «Αλέξανδρε, μόλις τελείωσα και εγώ και έρχομαι να σας πάρω». Ακολούθησε παύση και μετά μια αμήχανη ψυχρή φωνή μού είπε: «Κυρία Τσαλικιάν, ο γιος σας έχει υποστεί σοβαρό τραυματισμό. Πρέπει να έρθετε επειγόντως στον Ευαγγελισμό». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Ρώτησα αν ζει και μου απάντησε: «Δεν μπορώ να σας πω. Απλώς μην έρθετε μόνη σας, πάρτε και μια φίλη σας μαζί». Πάγωσα κυριολεκτικά. Πήγαμε αμέσως στον Ευαγγελισμό όπου είδα συμπλοκές στους διαδρόμους. Με πήραν σε κάποιο δωμάτιο όπου παρουσία κοινωνικής λειτουργού μού ανακοίνωσαν τον θάνατό του. Θυμάμαι καθαρά ότι η μοναδική ερώτηση που έκανα ήταν αν μπορώ να δωρίσω τα όργανα του παιδιού μου. Μου απάντησαν: «Οχι, όπως σας είπαμε είναι νεκρός».

Η δολοφονία του γιου μου δεν ήταν μόνο προσωπική οικογενειακή τραγωδία αλλά ήταν και ένα τραυματικό γεγονός για ολόκληρη την κοινωνία, για την ελληνική δημοκρατία και για τα νέα παιδιά. Ενα 15άχρονο παιδί –απλό, χαρούμενο, πρόσχαρο– που πήγαινε να συναντήσει την κοπέλα του έχοντας στην τσέπη του μια καρδούλα για να της τη χαρίσει κατέληξε να συναντήσει τον θάνατο. Ούτε εγώ ούτε ο Αλέξανδρος γνωρίζαμε ότι ελλόχευε ο οποιοσδήποτε κίνδυνος αφού, όπως η κόρη μου που σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και είναι ένα τετράγωνο πιο πάνω από το σημείο της δολοφονίας, έτσι κι εγώ στην εποχή μου πήγαινα στο γνωστό φροντιστήριο Μπελεζίνης προκειμένου να προετοιμαστώ για τις εισαγωγικές μου εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών. Επίσης πηγαίναμε μαζί σε θερινό κινηματογράφο της περιοχής όπου βλέπαμε ποιοτικές ταινίες.

Από τις πρώτες στιγμές μετά τη δολοφονία του γιου σας άρχισαν να ξεδιπλώνονται διάφορες αφηγήσεις σχετικά με τον ίδιο: στην πραγματικότητα ποιος ήταν ο Αλέξανδρος;

Ο Αλέξανδρος ήταν ένα 15άχρονο παιδί με όνειρα για τη ζωή του που δεν είχε καμία σχέση στη συμπεριφορά του με βία. Η διαγωγή του στο σχολείο όπου φοίτησε ήταν πάντα κοσμιοτάτη και οι δύο λυκειάρχες που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είπαν γι’ αυτόν τα καλύτερα λόγια. Ο Αλέξανδρος δεν συμμετείχε σε οργανώσεις ούτε είχε αναμειχθεί ποτέ σε πολιτικές ή κομματικές ομάδες και αντιπαλότητες. Ηταν αγαπητό παιδί στους φίλους του γιατί ήταν χαρακτήρας άμεσος, ειλικρινής, συναισθηματικός, ευαίσθητος και γενναιόδωρος, μακριά από υπολογισμούς, πονηριές και συμφέροντα, όπως άλλωστε είμαι και εγώ – το ίδιο ήταν και ο πατέρας του. Το μόνο που θα μπορούσα να του καταλογίσω ήταν η υπερβολική του αθωότητα και η καλή του προαίρεση, κάτι που καταλογίζω και στον εαυτό μου. Ηταν ένα παιδί που αγαπούσε τη ζωή. Στην περίοδο που πήγαινε να ανοίξει τον βηματισμό του για να ζήσει τον κλάδεψε η σφαίρα του Κορκονέα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που ειπώθηκε στο δικαστήριο από τον ιατροδικαστή ότι ήταν ένα καθαρό σώμα με καθαρά ρούχα, ένα περιποιημένο και φροντισμένο παιδί, στο στομάχι του οποίου βρέθηκαν μόνο υπολείμματα από σάντουιτς και λεμονίτας.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος ανήκε στον αντιεξουσιαστικό χώρο, γιατί αυτό συνιστά «παραβατική συμπεριφορά», όπως τουλάχιστον την παρουσίασαν τα συστημικά ΜΜΕ εκείνη την εποχή;

Ο Αλέξανδρος δεν ανήκε σε κανέναν αντιεξουσιαστικό χώρο. Ούτε μπορεί κάποιος να τον εντάξει σε τέτοιους χώρους εκ των υστέρων, χρησιμοποιώντας ένα νεκρό παιδί που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του για να φτιάξει το προσωπικό του αφήγημα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Δεν ασχολούμαι με το πώς διάφοροι θέλουν να εκμεταλλευτούν τον ιστορικό συμβολισμό της δολοφονίας του Αλέξανδρου για να κατασκευάσουν σενάρια δικής τους πολιτικής προβολής.

Πώς μια μητέρα καταφέρνει να διαχειριστεί ψυχολογικά την απώλεια του παιδιού της;

Δεν αναπληρώνεται η απώλεια του Αλέξανδρου. Ηταν, είναι και θα είναι πάντα μια ανοιχτή πληγή. Με αυτή την απώλεια ζωής δεν πρόκειται να συμφιλιωθώ ποτέ. Με βοήθησε πολύ στην ψυχολογία μου ότι είχα τη συνείδησή μου απολύτως ήσυχη ότι μεγάλωσα ένα καλό παιδί με αρχές και αξίες και κατά δεύτερον ότι όλο εκείνο το διάστημα πριν από τον θάνατό του όπως και τη συγκεκριμένη μέρα ήταν πολύ χαρούμενος, δεν υπήρχε τίποτε να τον βασανίζει ή να τον στενοχωρεί. Το παιδί μου έφυγε απόλυτα χαρούμενο από τη σύντομη ζωή του και με μια απορία: «Ρε σεις, με χτύπησαν». Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια και έπεσε ακαριαία νεκρός στο έδαφος. Παρηγοριά και στήριγμά μου είναι η ανοιχτή αγκαλιά του κόσμου στη μνήμη του Αλέξανδρου, ο σεβασμός και η εκτίμηση που βλέπω στο πρόσωπό μου και ότι ο Αλέξανδρος είναι πια ένα σύμβολο. Στο γεγονός της δολοφονίας του Αλέξανδρου, που πλέον έχει αποκτήσει ιστορικότητα, αντιπαρατίθεται η βία απέναντι στην αθωότητα.

Αν και ο γιος σας έπεσε θύμα της βάρβαρης κρατικής καταστολής, εσείς συνεχίζετε να μιλάτε ενάντια στη βία. Ποια θεωρείτε ότι πρέπει να είναι η απάντηση στη «νομιμοποιημένη» βία του κράτους;

Είμαι εναντίον της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή. Δεν κάνω διακρίσεις. Ζω το δράμα μιας σκοτεινής βίας που αφαίρεσε τη ζωή του παιδιού μου. Οποια βία αφαιρεί ανθρώπινη ζωή είναι καταδικαστέα.

Εχετε εμπιστοσύνη στους μηχανισμούς που απονέμουν δικαιοσύνη;

Ναι, η Δικαιοσύνη είναι η καταφυγή του πολίτη που ζητάει να λυτρωθεί από τέτοιες δοκιμασίες. Μέχρι στιγμής η Δικαιοσύνη καταδίκασε τους δολοφόνους και επίσης η πρωτοβάθμια δικαστική διαδικασία αποκάλυψε τη σκευωρία που πήγαν να στήσουν ορισμένα όργανα της αστυνομίας. Εκείνο που εύχομαι πέρα από την απονομή της δικαιοσύνης είναι να αποκαλυφθούν τα σκοτεινά σημεία που υπάρχουν στις συμπεριφορές, τις σχέσεις και τις σκοπιμότητες των δολοφόνων εκείνο το βράδυ. Συγκεκριμένα αναφέρω τα εξής:


  1. Ενα κρίσιμο πειστήριο που θα αποκάλυπτε πού ήταν πριν από τη δολοφονία ο Κορκονέας με τον Σαραλιώτη, γιατί δεν πήγαν να εκτελέσουν την εντολή που τους δόθηκε από το κέντρο της άμεσης δράσης και γιατί κινούνταν χωρίς να ενημερώνουν το κέντρο έχοντας κλείσει και τον ασύρματό τους είναι τα κινητά τηλέφωνα που είχαν. Από αυτά θα προέκυπταν με ποιους συνομιλούσαν και για ποια θέματα τόσο πριν από τη δολοφονία όσο και αμέσως μετά. Αυτά σε κανένα στάδιο της έρευνας δεν ζητήθηκαν, ούτε διατάχθηκε η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου ακόμη και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και το ζήτησαν οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής. Αν και είναι γνωστό σε όλους ότι όταν διερευνώνται σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, η βαρύτερη από τις οποίες είναι η δολοφονία ενός ανήλικου παιδιού, η πάγια τακτική της αστυνομίας και των ανακριτών είναι να αίρεται το απόρρητο της τηλεφωνικής επικοινωνίας των δραστών πριν και μετά την πράξη. Ωστόσο, κατά τρόπο ανεξήγητο αυτό δεν συνέβη σε μια υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο.

  2. Δεν έγινε αμέσως αποκλεισμός του χώρου για την ιχνηλάτηση όπως γίνεται πάντα σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Δεν συνελήφθησαν αμέσως, ούτε έγινε έρευνα στο περιπολικό αμέσως, αλλά ύστερα από ώρες στα υπόγεια της ΓΑΔΑ. Επίσης έπειτα από ώρες κατασχέθηκαν τα όπλα τους και συνελήφθησαν και οι ίδιοι.

  3. Εγιναν παραλείψεις που συσκότισαν τα γεγονότα και από ορισμένους αστυνομικούς έγινε προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η έρευνα με ένα κατασκευασμένο σενάριο εξοστρακισμού της βολίδας από τα παρακείμενα κτίσματα προκειμένου να αποκρυφτεί το κρίσιμο γεγονός ότι ο Κορκονέας έριξε δύο πυροβολισμούς με στοχευμένη βολή έχοντας απέναντι από την κάννη του όπλου του τον Αλέξανδρο, όπως ακόμη και ο ίδιος ομολόγησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τον ίδιο αποπροσανατολισμό επιχείρησαν και ύστερα από μέρες όταν ο αρμόδιος ανακριτής διέταξε έρευνα του χώρου. Ολη αυτή η σκηνοθεσία αποκαλύφθηκε όταν εντοπίστηκε συνεννόηση μεταξύ των αστυνομικών Κουζέλη, Μηνούδη και της μάρτυρα Τζορμπατζούδη, την ποινική δίωξη των οποίων ζήτησε ο εισαγγελέας της Αμφισσας.

  4. Προβλήθηκε το βίντεο της αυτόπτη μάρτυρα Λητώς Βαλιάτζα μονταρισμένο στο κανάλι Mega το ίδιο βράδυ στο οποίο είχαν προστεθεί ήχοι από τα γεγονότα της διαμαρτυρίας του κόσμου που ήταν μεταγενέστερα της δολοφονίας. Την ευθύνη για το μοντάρισμα ανέλαβε με προσωπική του δήλωση ο τότε διευθυντής του Mega Χρήστος Παναγιωτόπουλος. Δημόσια αναγνώρισε ότι μεταδόθηκε το βίντεο.

  5. Ο δολοφόνος του Αλέξανδρου Επαμεινώνδας Κορκονέας δεν ήταν πρωτάρης στην περιοχή των Εξαρχείων αλλά όπως αναφέρει η σύζυγός του υπηρετούσε εκεί επί εννέα συναπτά έτη και σίγουρα είχε εμπειρία. Μπορούσε να διακρίνει τι αποτελούσε κίνδυνο και τι όχι. Προφανέστατα θα είχε ζήσει στιγμές πραγματικού κινδύνου σε αυτά τα εννέα χρόνια χωρίς να κάνει χρήση όπλου και οπωσδήποτε θα είχε μάθει να ελέγχει την ψυχολογία και την ψυχραιμία του, αλλιώς θα είχε προβεί σε τέτοιες ακραίες ενέργειες από το πρώτο διάστημα της θητείας του στο ΑΤ Εξαρχείων. Επομένως αποτέλεσε συνειδητή επιλογή του σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να πράξει όπως έπραξε και να προκαλέσει το τραγικό αποτέλεσμα που επέφερε η δράση του. Αυτό είναι παραπάνω από πασιφανές για τη δικαιοσύνη.

  6. Ενα ακόμη παράδοξο αυτής της υπόθεσης είναι ότι η δίκη μεταφέρθηκε στην Αμφισσα αν και το συμβάν έγινε στην Αθήνα και όλοι οι μάρτυρες βρίσκονταν εδώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τις επίμονες προσπάθειές μου να κρατηθεί η δίκη στην Αθήνα, η Δικαιοσύνη σε όλα της τα επίπεδα αγνόησε εμένα, τον πατέρα του Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν άρρωστος και το 2016 έφυγε τελικά από τη ζωή, τη μητέρα μου και γιαγιά του Αλέξανδρου η οποία ήταν καρκινοπαθής ηλικίας 80 ετών, η οποία και έφυγε από τη ζωή το 2012 την ημέρα των γενεθλίων του Αλέξανδρου. Αγνόησε την αδερφή του ανήλικη τότε μαθήτρια η οποία αναγκάστηκε να χάσει τη σχολική της χρονιά καθώς και όλους τους συμμαθητές του μάρτυρες σε αυτή την υπόθεση που τελικά δεν μπόρεσαν να έρθουν στο δικαστήριο της Αμφισσας με ό,τι αυτό σημαίνει για την αρτιότητα της αποδεικτικής διαδικασίας και τις ελλείψεις στη συλλογή του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού.

Και βέβαια η επίκληση των πιθανολογούμενων αναταραχών στο κέντρο της Αθήνας ήταν απλώς ένα πρόσχημα για τη μεθόδευση της μεταφοράς της δίκης εκτός Αθηνών αφού όλοι ξέρουμε όλα αυτά τα χρόνια ότι πολλές σημαντικές δίκες με κορυφαία εκείνη της «17 Νοέμβρη» διεξάχθηκαν σε ειδικές αίθουσες στο λεκανοπέδιο της Αττικής με αποτελεσματικά μέτρα φύλαξης και καμία αναταραχή δεν προκλήθηκε. Από τις παραπάνω μεθοδεύσεις αποτέλεσμα είναι να διεξάγεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της Λαμίας ουσιαστικά χωρίς ακροατήριο, σε άδεια αίθουσα η δίκη. Οι φίλοι και συμμαθητές του Αλέξανδρου οι οποίοι θα μιλούσαν για το ήθος, τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του δεν μπόρεσαν να έρθουν λόγω της απόστασης.

Ο γιος σας έχει περάσει στο πεδίο των ηρωικών προσώπων του αντιεξουσιαστικού χώρου. Υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί σε αυτό;

Ούτε ανήκε ούτε είχε περάσει ο γιος μου στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Δεν είναι ηρωικό πρόσωπο κανενός χώρου και καμίας ομάδας. Είναι ιστορικό πρόσωπο ολόκληρης της κοινωνίας. Είναι ένα δραματικό σύμβολο της αθωότητας εναντίον της βίας. Κανείς δεν πρέπει να επιδιώκει να φέρει τον Αλέξανδρο στα μέτρα του για λόγους σκοπιμότητας. Αυτό με ενοχλεί. Με ενοχλεί να προσπαθούν κάποιοι εκ των υστέρων να οικειοποιηθούν τον Αλέξανδρο και τον θάνατό του. Με ενοχλεί ο χλευασμός του Αλέξανδρου από τον Αδωνη Γεωργιάδη ο οποίος τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του την ημέρα της επετείου της δολοφονίας του προέβη σε επιθετικές δηλώσεις εναντίον του Αλέξανδρου που αποτελούν όχι μόνο συκοφαντική δυσφήμηση αλλά και προσβολή της μνήμης θανόντος. Ο συγκεκριμένος πολιτικός υιοθέτησε μια ακατανόητη για μένα στάση στο ζήτημα, αντίθετη με το γενικό κοινωνικό αίσθημα, με την πηγαία λαϊκή αγανάκτηση για τον θάνατο ενός αθώου παιδιού με παραδοχές και τοποθετήσεις που είναι αντίθετες στα ευρήματα της έρευνας και ξεπερνούν ακόμα και τους ισχυρισμούς των ιδίων των κατηγορουμένων. Αλλωστε όπως ανέφερε η Μαρία Χοντζέα, σύζυγος Κορκονέα, στην κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο, αντί να αποδοκιμάσει τη δολοφονία ο Αδωνης Γεωργιάδης ήταν ένας από εκείνους που τους εκδήλωσαν τη συμπαράστασή τους.

Σε αυτά τα δέκα χρόνια εκτός από τις αίθουσες των δικαστηρίων είχατε κάποια επαφή με τον Κορκονέα;

Φυσικά και όχι. Δεν είναι μόνο ότι ο Κορκονέας δολοφόνησε εν ψυχρώ τον Αλέξανδρο αλλά και το ότι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του συκοφαντεί, καθυβρίζει τη μνήμη του και προκαλεί με τρόπο βάναυσο την οικογένειά μου και εμένα προσωπικά. Η γραμμή της εκάστοτε υπεράσπισής του ουσιαστικά επιδιώκει μια δεύτερη δολοφονία του Αλέξανδρου, την ηθική.

Βλέπετε στο βλέμμα του δολοφόνου να υπάρχει η μεταμέλεια για την πράξη του;

Για να υπάρχει μεταμέλεια στην ψυχή ενός ανθρώπου πρέπει να υπάρχουν συνείδηση, τύψεις, ενοχές. Δεν μπορώ πραγματικά να καταλάβω τι ψυχισμό ανέπτυξε αυτός ο άνθρωπος ο οποίος διατείνεται ότι προέρχεται από θρησκευόμενη οικογένεια (το ίδιο επικαλούνται συνέχεια οι γονείς του στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο), ότι έχει πάει στο κατηχητικό και ότι είναι αιμοδότης και στο δικαστήριο προσχηματικά επικαλείται τον Θεό, όταν σκότωσε ένα παιδί χωρίς κανέναν λόγο, το είδε μετά τον πυροβολισμό του να πέφτει ακαριαία στο έδαφος, το άφησε και άρχισε με αργό βηματισμό μαζί με τον συνάδελφό του να επιστρέφει προς το περιπολικό και άκουγε τον κόσμο να ουρλιάζει ότι σκότωσαν ένα παιδί.

Στην ερώτηση δε ενός περαστικού που κατέθεσε ως μάρτυρας στο δικαστήριο «τι έκανες, ρε κωλόμπατσε, σκότωσες το παιδί, ρε;» εκείνος απάντησε ατάραχος: «Αντε γαμήσου». Πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του από την Ασφάλεια ξέροντας ότι είχε σκοτώσει ένα παιδί και της είπε: «Μαράκι, κάτι έτυχε στη δουλειά, φάτε εσείς, εγώ θα αργήσω λίγο». Πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η πώρωση της ψυχής του τελικά; Πόσο υποκριτική η επίκληση του στα θεία, όταν ο ίδιος παρέβη τη σοβαρότερη εντολή: «Ου φονεύσεις». Πόσο άδεια από κάθε συναίσθημα και πόσο μεγάλο πρόβλημα μπορεί να έχει ώστε μέσα στην ψυχή του και στο μυαλό του θεωρεί ότι πρέπει να κρατήσει μέχρι τέλους το αίσθημα ανωτερότητας που του παρείχε η εξουσία και η οπλοφορία του και δεν καταδέχεται να ζητήσει ούτε καν μια ταπεινή συγγνώμη. Αντί να αισθάνεται αποτροπιασμό για την πράξη του και να αποζητάει την αυστηρότερη τιμωρία, αυτός προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφυλακιστεί και να συνεχίσει την οικογενειακή του ζωή σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Η προσωπική μου κατάληξη είναι αυτή: γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ.

Πηγή πληροφοριών

Σχετικές δημοσιεύσεις