TZINA Από το Mega σε αναπηρικό καροτσάκι

Ύστερα από την δημοσιοποίηση του περιστατικού που την έστειλε στο νοσοκομείο με νευρικό κλονισμό, η δημοσιογράφος εξηγεί στον Μαρίνο Βυθούλκα για λογαρισμό του περιοδικού People που κυκλοφορεί με το ΕΘΝΟΣ γιατί δεν θέλει να κατονομάσει τον προϊστάμενό της που την έφτασε στα όριά της, μοιράζεται σημαντικές στιγμές της ζωής της, ενώ για πρώτη φορά μιλάει για τον χωρισμό της από το γιό του Γιάννη Πάριου, Θανάση Βαρθακούρη, αλλά και για τις σχέσεις τους σήμερα.

Από τον Μαρίνο Βυθούλκα

Πριν από ένα περίπου μήνα, το όνομά της δημοσιογράφου Τζίνας Γαβαλά έπαιζε σε όλα τα τηλεοπτικά sites. Αφορμή στάθηκε η αποκάλυψη που έκανε η Σάσα Σταμάτη μέσα από την εκπομπή της στον ΣΚΑΙ. ορμώμενη από την κριτική που έγινε στην εκπομπή Happy Day για την εμφάνιση της Σίσσυς Χρηστίδου. «Αυτό που μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση είναι ότι βλέπω ανθρώπους που βγαίνουν στο instagram, το παίζουν σοβαροί, το παίζουν ηθικοί, δίνουν συμβουλές, μας συμβουλεύουν εμάς τους αμαρτωλούς που κάνουμε λάθη, που είμαστε κακοί και οι ίδιοι έχουν στείλει ανθρώπους στο νοσοκομείο με νευρικό κλονισμό. Η φίλη μου η Τζίνα Γαβαλά, η δημοσιογράφος, η οποία είναι εξαιρετική γυναίκα, εξαιρετική μάνα και εξαιρετική επαγγελματίας, ένας άνθρωπος την έστειλε στο νοσοκομείο με νευρικό κλονισμό. Έφυγε με ταξί, πήγε στο νοσοκομείο. Είχε μουδιάσει χέρι, πόδι και στόμα. Είχε συμπτώματα εγκεφαλικού και έκανε μαγνητική. Τελικά ήταν νευρικός κλονισμός. Και μου κάνουν αυτοί οι άνθρωποι εμένα μαθήματα στο instagram να είμαστε καλοί άνθρωποι και πως να συμπεριφερόμαστε; Κάνε την αυτοκριτική σου εσύ φίλε πρώτα. Δες εσύ που είσαι λάθος και μετά θα μας κρίνει ο Θεός ποιος είναι καλός και ποιος κακός. Δεν είναι ωραίο μπροστά να είμαστε άλλοι και πίσω να είμαστε άλλοι. Σημασία έχει και το πίσω στην τηλεόραση. Ντροπή! Ελπίζω κάποια στιγμή η Τζίνα να μιλήσει για αυτό το πράγμα», ήταν τα λόγια της Σάσας στον αέρα της εκπομπής «Ooh la la».



«Είχα παραπονεθεί για τη συμπεριφορά του»

Εκείνες λοιπόν τις μέρες, το τηλέφωνο της Τζίνας χτυπούσε ασταμάτητα από γραφεία τηλεοπτικών εκπομπών, αλλά και περιοδικών, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια συνέντευξη. Ομολογώ πως αμέσως την κάλεσα και εγώ. Είχε προηγηθεί η γνωριμία μας το καλοκαίρι του 2018, όταν είχα πάει καλεσμένος στην εκπομπή της Σάσας Σταμάτη. Η Τζίνα τότε ήταν στη δημοσιογραφική ομάδα της εκπομπής της Σάσας και με είχε υποδεχτεί. Καλοσυνάτη, ευγενέστατη. Με την ίδια καλοσύνη και ευγένεια με αντιμετώπισε και στο τηλέφωνο όταν της ζήτησα να κάνουμε μια συνέντευξη για το People.

Χρειάστηκε χρόνο για να το σκεφτεί και τώρα που την έχω απέναντί μου, είναι έτοιμη για να μιλήσει για όλο αυτό που της συνέβη και τον λόγο που αποφάσισε να μιλήσει δημόσια. «Στην αρχή όταν είδα το απόσπασμα της Σάσας, δεν ήξερα αν πρέπει να αντιδράσω ή όχι. Στην ουσία την απάντηση μου την έδωσαν όλοι όσοι με ρώτούσαν μετά τι ακριβώς μου συνέβη. Πριν καν ξεκινήσει η συνεργασία με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, μου έλεγαν οι συνάδελφοι ‘’Που πας να μπλέξεις;’’. Αυτό, όμως, δεν στάθηκε εμπόδιο ώστε να ξεκινήσει η συνεργασία μας. Μολονότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοοι της ομάδας είχαν παραπονεθεί στην διοίκηση του σταθμού για την συμπεριφορά του, εγώ δεν δεν είχα πάει ποτέ να παραπονεθώ για το οτιδήποτε. Όσο περνούσε ο καιρός πιο πολύ με ενοχλούσε η στάση του απέναντι στην υπόλοιπη ομάδα, παρά σε μένα προσωπικά. Ο κόμπος στο χτένι έφτασε όταν εκείνος ζήτησε να κάνω ένα θέμα, το οποίο έκανα και δεν το έπαιξε ποτέ. Ήταν ένα θέμα που αν δεν έπαιζε στον αέρα εκείνη την ημέρα, δεν υπήρχε λόγος να παίξει πιο μετά. Εγώ το είχα ετοιμάσει στο μοντάζ 45 λεπτά πριν το τέλος της εκπομπής, αλλά εκείνος δεν το έπαιξε. Όλα άρχισαν όταν του ζήτησα το λόγο. Η κουβέντα μας κλιμακώθηκε και κάποια στιγμή του ανέφερα πως δεν υπάρχει σεβασμός και τότε γύρισε και μου είπε ‘’Πως μπορείς να συνεργάζεσαι μαζί μου αφού δεν σε σέβομαι. Αν είχες αξιοπρέπεια θα έπρεπε να είχες παραιτηθεί’. Δεν μπορώ να συνεργαστώ μαζί σου έτσι όπως μου μίλησες και οφείλεις να παραιτηθείς’’. Όταν ολοκληρώθηκε η ένταση ανάμεσά μας, άρχισα να μην αισθάνομαι καλά, να μουδιάζω. Πήγα στον νοσοκομείο, έκανα τις απαραιτητες εξετάσεις και ήταν ευτυχώς όλες καλά. Απλά από το άγχος και το στρες είχα αυτά τα συμπτώματα. Το βράδυ, έφυγα από το νοσοκομείο και πήγα στο σπίτι», περιγράφει στο People.

«Στον εαυτό μου έκανα κακό»

Οι γιατροί της έδωσαν δυο εβδομάδες άδεια. Οι μέρες πέρασαν και η Τζίνα γύρισε κανονικά στο πόστο της. Παρόλα αυτά, ο προϊστάμενός της δεν έδειξε να ευαισθητοποιείται από την περιπέτεια της. «Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ ύστερα από το περιστατικό. Η σεζόν έφτασε στο τέλος και απλά τελείωσε και η δική μας συνεργασία». Ύστερα από την δημοσιότητα που πήρε το συγκεκριμένο θέμα, αναρωτιέμαι τον λόγο που δεν θέλει να πει ανοιχτά το όνομά του. «Δεν μίλησα για το θέμα με πρόθεση να στοχοποιήσω κανέναν αλλα να αφηγηθώ την ιστορία μου. Το θέμα δεν είναι αυτός αλλα το τι συμβολίζει και ειμαι σίγουρη οτι άνθρωποι σαν εκείνον υπαρχουν πολλοί σε όλους τους χώρους. Αν πω το όνομα του οι περισσότεροι θα ασχοληθούν με την ‘κουτσομπολίστικη’ πλευρά της ιστορίας και θα χαθεί η ουσία του πραγματος. Οι περισσότεροι δεν δουλεύουμε απο χόμπι και οφείλουμε τις ώρες που αφιερώνουμε στη δουλειά μας να δείχνουμε ήθος, σεβασμό και σοβαρότητα στην ίδια την δουλειά αλλά και τους συναδέλφους μας. Θεωρησα υποχρέωση μου από τη στιγμη που αναφέρθηκε το όνομα μου στην εκπομπή της Σάσας να πω τι μου συνέβη και να μην κρυφτώ αλλά να ορθώσω το ανάστημα μου γιατί εγώ δεν ειχα για τιποτα να ντρέπομαι σε όλο αυτο. Ημουν απλά ένας άνθρωπος που λύγισε μπροστά σε επαναλαμβανόμενες κατά την κρίση μου απαράδεκτες συμπεριφορές. Στην τελική, στον εαυτό μου εκανα κακό που το επέτρεψα, σε κανέναν άλλον. Από το 2006 που εργάζομαι στην τηλεόραση, δεν έχω αντιμετωπίσει ποτέ ξανά παρόμοια κατάσταση. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με κάτι τέτοιο και πραγματικά με σόκαρε. Πλέον το έχω ξεπεράσει, αλλά αναλαμβάνω την ευθύνη πως εγώ επέτρεψα να μου συμβεί».

«Με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου ένιωθα μεγάλη ασφάλεια»

Κόρη του δημοσιογράφου και εκδότη του Tv Zapping, Γιώργου Γαβαλά, η Τζίνα ήταν λογικό να κολλήσει από τον πατέρα της το μικρόβιο της δημοσιγραφίας. «Ο πατέρας μου είναι ο ήρωάς μου. Τον θαυμάζω πάρα πολύ», συμπληρώνει εκείνη. Η πρώτη της τηλεοπτική συνεργασία ήταν στην εκπομπή «Εμπόλεμη Ζώνη» του Σωτήρη Δανέζη, ενώ αμέσως μετά συνεργάστηκε με τους Καμπουράκη-Οικονομέα στην πρωινή ενημερωτική τους εκπομπή στο Mega. Κάποια στιγμή αποφασίζει να μεταπηδήσει από την ενημέρωση στην ψυγαγωγία και συνεργάζεται στην πρωινή ψυχαγωγική εκπομπή του Mega με τίτλο «Όμορφος κόσμος το πρωί». Έκτοτε, η Τζίνα θα συνεργαστεί με όλους τους παρουσιαστές που ανέλαβαν την πρωινή υψχαγωγική ζώνη του Mega, μέχρι τον Απρίλιου του 2016 που εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων του Mega, η Ντορέττα Παπαδητρίου θα ανακοινώσει με συγκίνηση το πρόωρο φινάλε της εκπομπής. «Στην αρχή επειδή είχα την ρετσινιά της ενημέρωσης, μου ήταν λίγο περίεργο, αλλά μετά το διασκέδασα και γω μαζί με τους τηλεθεατές». Ύστερα από τόσα χρόνια στην ψυχαγωγία, σκέφτομαι αν κάποια στιγμή της προτάθηκε να εργαστεί ως μέλος μιας εκπομπής μπροστά από τις κάμερες. «Κάποια στιγμη μου προτάθηκε να κάνω πιλότο για μια εκπομπή, την οποία τελικά δεν δέχτηκα να κάνω και παρουσίασε ο Νότητς Χριστοδούλο ως ενότητα διακόσμησης στο πρωινό του Mega. Κατά καιρούς μου έλεγαν οι παρουσιαστές να παρουσιάζω τα θέματά μου στο πάνελ. Με τον Γρηγόρη ένιωθα πολύ μεγάλη ασφάλεια. Αντιμετώπιζε με τον ίδιο σεβασμό τα άτομα που ήταν και μπροστά, αλλά και πίσω από τις κάμερες. Ήταν η καλύτερή μου συνεργασία. Όσον αφορά το κομμάτι της προβολής, δεν ήμουν ποτέ τόσο ένθερμη στο να βγαίνω μπροστά από τις κάμερες. Πλέον, όμως, αν μου γινόταν μια πρόταση, την οποία θα μπορούσα να υποστηρίξω με τις γνώσεις μου και η θεματολογία ταίριαζε με την αισθητική μου και θα συντελούσε στην εξέλιξή μου ως επαγγελματια, ευχαρίστως θα έλεγα ναι», εξομολογείται. Ανάμεσα στις πολλές συνεντεύξεις που έχει κάνει όλα αυτά τα χρόνια, ξεχωρίζει εκείνη του Γιάννη Πάριου στην εκπομπή Καλημερούδια στο Mega to 2016. «Μου είχαν κάνει πολλές φορές πρόταση να κάνω συνέντευξη στον πεθερό μου, αλλά δεν ήθελα, για να μην θεωρήσει κάποιος ότι εκμεταλλεύομαι την οικογενειακή μας σχέση λέει με ειλικρίνεια. Τι είναι αυτό άραγε που ξεχώρισε στον Γιάννη Πάριο ως τραγουδιστή, αλλά και ως άνθρωπο; «Πριν τον γνωρίσω πρσωπικά, θαύμαζα τη φωνή του. Όταν τον γνώρισα ως μπαμπά του αγοριού μου, διαπίστωσα πως είναι ένας τρυφερός πατέρας που αγαπάει τα παιδιά του. Αυτό που θυμάμαι είναι η συμβουλή του να δίνω βάση στους ανθρώπους που ασχολούνται με το μέσα τους και όχι με την εικόνα τους».



«Ένας χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος»

Σε ηλικία 28 ετών παντρεύτηκε τον πρωτότοκο γιό του Γιάννη Πάριο, Θανάση Βαρθακούρη. Ο γάμος τους έγινε στην Παροικιά της Πάρου, παρουσία εκλεκτών φίλων συγγενών και φίλων. «Με τον Θανάση πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Ωστόσο, δεν κάναμε παρέα ως μαθητές. Στην ουσία, ήρθαμε πιο κοντά όταν κάλυψα μια συναυλία του πατέρα του για το Mega to 2006. Ύστερα από πέντε χρόνια παντρευτήκαμε. Δεν ήμουν από τις γυναίκες που ήθελαν από μικρές να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Απλά προέκυψε με έναν πολύ όμορφο τρόπο. Όταν απέκτησα το πρώτο μας παιδί, αισθάνθηκα σαν να γεννήθηκα γι αυτό το σκοπό. Τα παιδιά μου είναι η ζωή μου και παρόλο ποθυ χώρισα με τον πατέρα τους, δεν θα άλλαζα τίποτα από αυτά που ζήσαμε μαζί. », εξηγεί. Από τον γάμο της με τον Θανάση Βαρθακούρη απέκτησαν δυο αγοράκια, τον Γιάννη, 5,5 ετών και τον Γιώργο, 4. Παρότι το ζευγάρι χώρισε το 2016, το διαζύγιό τους έγινε γνωστό στα madia τον περασμένο Γενάρη. Τόσο ο Θανάσης, όσο και η Τζίνα ήθελαν να κρατήσουν την προσωπική τους ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ωστόσο, η ίδια περιγράφει πως βίωσε το διαζύγιό της από τον υιό Βαρθακούρη. «Ένας χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος. Δεν είναι εύκολο, ειδικά όταν έχεις δυο μικρά παιδιά. Ήταν, όμως, μια σωστή απόφαση, κυρίως για τα παιδιά μας. Ήταν μονόδρομος και δεν υπήρξαν ερωτηματικά από κανέναν μας για την συγκεκριμένη απόφαση», ξεκαθαρίζει. Η σχέσεις σήμερα με τον πατέρα των παιδιών της είναι άριστες. «Υπάρχει αγάπη και σεβασμός που επιβάλεται μετά από δέκα χρόνια σχέσης και δυο παιδιά». Η ζωή της σήμερα είναι γεμάτη από πολλά όνειρα. Τηλεοπτικά, η τελευυταία μου τηλεοπτική συνεργασία ήταν με την Σάσα Σταμάτη στον ΣΚΑΙ, ενώ παραδέχεται πως βρίσκεται εκτός τηλεόρασης ύστερα από δική της επιλογή. «Το καλοκαίρι μου έγινε μια πρόταση από τον Alpha για να βρίσκομαι στην δημοσιογραφική ομάδα της Ελένης Τσολάκη, όπως και δυο ακόμα προτάσεις, αλλά προς το παρόν επέλεξα να ασχοληθώ με το site μου, αλλά και την οικογενειακή επιχείρηση της μητέρας μου. Όσον αφορά το μέλλον, δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να επιστρέψω στην τηλεόραση».

Δείτε στη συνέχεια τι είχε γράψει η ίδια η Τζίνα Γαβαλά στο προσωπικό της ιστότοπο geniusmom.gr για όσα βίωσε>

Οταν έγινα μαμά, δούλευα στο Mega. Είχα αορίστου χρόνου σύμβαση, ήμουν σε μια συγκεκριμένη εκπομπή, ήξεραν όλοι τι μπορώ να κάνω, τι δεν μπορώ, ένιωθα περήφανη για το μέσο στο οποίο ήμουν, το class του, το αποτέλεσμα της δουλειάς μου, τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμουν. Οπως όλοι γνωρίζουν, την άνοιξη του 2016 οι εκπομπές του μεγαλύτερου καναλιού της χώρας έπαψαν να προβάλλονται και ακριβώς με αυτό το πολύ σημαντικό ‘τέλος’ συνέπεσε και το τέλος του γάμου μου και της 10χρονης σχέσης μου με τον μπαμπά των παιδιών μου.

Ηταν μια πολύ δύσκολη περίοδος στη ζωή μου, αφού έπρεπε να πατήσω στα πόδια μου σε κάθε επίπεδο, με δύο μωρά παιδιά που με είχαν απόλυτη ανάγκη. Αν εγώ δεν ήμουν καλά, δεν θα ήταν ούτε εκείνα. Έπρεπε λοιπόν να είμαι καλά. Επιβαλλόταν. Σε αυτό το ‘καλά’ εντασσόταν προφανώς και το οικονομικό σκέλος. Έπρεπε να βρω δουλειά, έπρεπε να έχω χρήματα. Σε μια αβεβαιότητα για το τι θα γίνει με το κανάλι, άρχισα να παίρνω κάποια τηλέφωνα, να κάνω ραντεβού, να δω τι θα κάνω. Με μεγάλη θλίψη μάθαινα εκ των υστέρων ότι κάποιοι δεν με επέλεγαν «γιατί ήμουν μαμά». Με τα ωράρια της τηλεόρασης, είναι δύσκολο να ανταπεξέλθει –λέει- μια μαμά. Δεν θα διαφωνήσω, αφού το ιδανικό για μια μαμά είναι να έχει μια δουλειά με ωράριο. Οταν όμως έχεις ανάγκη, δεν έχεις επιλογή.

Κάπως έτσι, βρήκα μια τέτοια δουλειά. Καθόλου ιδανική σε τίποτα. Μόνο κάποια μέλη από την μπροστινή ομάδα που εκτιμούσα και μια φίλη που δούλευε πίσω από τις κάμερες ήταν τα θετικά στοιχεία της θέσης μου. Ωράρια, μισθός, αρμοδιότητες και κλίμα πολύ μακριά από αυτό που θεωρείται ιδανικό. Έπρεπε όμως να δουλέψω. Μπορώ να γράψω βιβλίο για το τι συνέβη εκείνη τη σεζόν. Τόσο σε σχέση με το πώς περνούσα σαν Τζίνα, όσο και σε σχέση με το τι έβλεπαν τα μάτια μου αλλά και το επίπεδο της δουλειάς συγκριτικά με όσα είχα ζήσει 13 χρόνια στο Mega. Και ίσως το γράψω κάποια στιγμή. Αυτό όμως που θα ήθελα να μοιραστώ, με μια πολύ συγκεκριμένη αφορμή και εφόσον είμαι μια εργαζόμενη μαμά που θέλει να μεταδώσει αξίες στα παιδιά της είναι το πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να έχεις ήθος σε αυτήν τη ζωή.

Σε όλες τις δουλειές του κόσμου υπάρχουν δυσκολίες. Στις περισσότερες υπάρχει και ανταγωνισμός. Σε πολλές αθέμιτος. Και σε όλα αυτά κυριαρχεί η λέξη ΤΡΕΛΑ. Στην τηλεόραση όμως το κεφάλαιο αυτό γράφεται με κεφαλαία, ανεξίτηλα γράμματα. Γιατί εκεί προστίθεται και ένα ακόμα στοιχείο που είναι ξεχωριστό και μοναδικό. Η προβολή. Στον βωμό της προβολής, βλέπεις σενάρια επιστημονικής φαντασίας να παίζονται μπροστά στα μάτια σου, κάθε μέρα σχεδόν. Και ποιος γράφει αυτά τα σενάρια; Οι άνθρωποι, πάντα. Στην τηλεόραση εγώ γνώρισα κάθε λογής ανθρώπους. Από αυτούς που σιχαίνεσαι να λες καλημέρα, μέχρι αυτούς που μαζί κοιτάς τους άλλους και σιχαίνεστε παρέα. Για πολλά χρόνια δεν άφηνα αυτούς τους ανθρώπους να μου χαλάσουν την αγάπη για την δημοσιογραφία και το δημιουργικό κομμάτι που την συνοδεύει. Ημουν όμως στο Mega. Και εκεί μέσα, είχα πολλά που σαν κριτήρια μετρούσαν υπέρ. Το μεγαλείο του καναλιού και των ανθρώπων του έσβηναν τα υπόλοιπα. Και τώρα που έσβησε αυτό το Μεγάλο Κανάλι, όλα φαίνονται πολύ πιο καθαρά. Η έπαρση, η δημιουργική πενία, μα πάνω από όλα το επίπεδο κάποιων ανθρώπων πήραν τη σκυτάλη και κραυγάζουν την ανεπάρκεια τους. Κάτι τέτοιο βίωσα και εγώ. Μια εμπειρία που σαν κατάληξη είχε ένα βράδυ στα επείγοντα ιδιωτικού νοσοκομείου, με τους νοσοκόμους να λένε ο ένας στον άλλον «νευρικός κλονισμός», τους γιατρούς να θέλουν να μου κάνουν εισαγωγή, αφού είχα «συμπτώματα εγκεφαλικού» και εμένα να μην μπορώ να συνέλθω, να σταματήσω να κλαίω, να κάνω εμετό και να φοβάμαι αλλά και να έχω νεύρα που κάποιος είναι σπίτι του και γελάει και περνάει κανονικά το σαββατόβραδό του, ενώ εγώ δεν είμαι ούτε με τα παιδιά μου, ούτε για το ποτό μου, ούτε στο κρεβάτι μου ήσυχη.

Εγώ είμαι σε ένα καροτσάκι να θυμάμαι κάθε μέρα των τελευταίων μηνών που ο άνθρωπος με τον οποίο τσακώθηκα σε σημείο να καταλήξω στα επείγοντα είχε κάνει μια ολόκληρη ομάδα ενήλικων ανθρώπων να μιλάει χαμηλόφωνα σαν σχολιαρόπαιδα αυτά τα δύο λεπτά που αναλογούν στο πώς πέρασαν την Κυριακή τους, αφού ο ίδιος δεν ήθελε κουβέντες ούτε σου έδινε το δικαίωμα να του πεις κάποιο αστείο ώστε να γελάσεις ένα λεπτό από τα 720 που πέρναγες κάθε μέρα δουλεύοντας. «Είναι πολύ σοβαρός» σκέφτηκα την πρώτη φορά που το παρατήρησα. Οταν όμως είδα ότι ήταν σοβαρός μόνο με την ομάδα πίσω από τις κάμερες, ενώ με το που εμφανιζόταν στο γραφείο η ομάδα μπροστά από τις κάμερες μεταλλασσόταν, γινόταν ο πιο διασκεδαστικός και φιλικός συνεργάτης, με χιούμορ και με διάθεση για χαμόγελα και για ‘καλό κλίμα’ , θυμάμαι να καταπίνω το χυμό που μόλις είχα πιει καθώς ανέβαινε επικίνδυνα στον οισοφάγο μου. Οπως κατάπια στη συνέχεια και ότι άλλο έζησα εκεί. Την κακή συμπεριφορά, το bullying, την ειρωνεία, τις προσβολές σε συναδέλφους μου, τις φιλοφρονήσεις σε ανθρώπους που ένα λεπτό πριν είχε χλευάσει, τα απανωτά τηλέφωνα για να κάνω κάτι την ώρα που ήξερε ότι ήμουν στην κηδεία του παππού μου, τις εξωπραγματικές απαιτήσεις όπως να ετοιμαστεί ένα βίντεο που χρειάζεται 1 ώρα μοντάζ σε δέκα λεπτά, και πολλά άλλα που μόνο οι άνθρωποι του χώρου θα καταλάβαιναν αν τα έγραφα. Δεν απευθύνομαι όμως σε αυτούς. Οι περισσότεροι από αυτούς ήξεραν άλλωστε, όταν με έπαιρναν τηλέφωνο μαθαίνοντας πως στην ομάδα που θα πήγαινα θα ήταν εκείνος και μου εύχονταν περαστικά και καλή δύναμη.

Έφτασε λοιπόν μια μέρα που δεν μπορούσα να καταπιώ άλλα. Έφτασε μια μέρα που όλα όσα είχα ζήσει έφευγαν από το στόμα μου σαν ρουκέτες στον κάδο απορριμμάτων που υπήρχε μέσα στο μοντάζ, την ώρα που ετοίμαζα ένα βίντεο που χρειαζόταν τουλάχιστον τρεις ώρες σε μόλις μία. Ένα βίντεο από ένα γύρισμα που δεν έπαιξε ποτέ. Δεν έπαιξε παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτό είχαν πληρώσει από την τσέπη τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό που δεν τους περίσσευε για τις ανάγκες του γυρίσματος γιατί το κανάλι δεν έδινε λεφτά. Είχαν ξυπνήσει από τις 5 το πρωί για να μας εξυπηρετήσουν, αφού εμείς τους το ζητήσαμε μόλις μια μέρα πριν και δεν προλαβαίναμε αλλιώς. Και εγώ σε όλο αυτό το σκηνικό δεν μπορούσα να καταπιω άλλα. Οπως αρμόζει σε έναν ειλικρινή άνθρωπο, του ζήτησα τον λόγο, πραγματικά ήθελα να καταλάβω έστω την τελευταία στιγμή αυτό που δεν έβλεπα. Ηθελα να καταλάβω τι κάνει κάποιον να υποτιμά τόσο πολύ τον κόπο των άλλων, χωρίς έστω να αισθάνεται άσχημα για αυτό. Περιμενα να πει ένα «έχεις δίκιο, αλλά συμβαίνουν αυτά στην τηλεόραση, θα τους πάρω εγώ να τους εξηγήσω, δώσε μου το τηλέφωνό τους». Οχι μόνο δεν μου είπε κάτι τέτοιο αλλά μου είπε ότι αν έχω αξιοπρέπεια οφείλω να παραιτηθώ αφού ΤΟΛΜΗΣΑ να του παραπονεθώ. Λίγο μετά ένιωσα το δεξί μου πόδι να μουδιάζει. Μετά το χέρι μου. Μετά το στόμα μου. Και κάθομαι και σκέφτομαι. Ολοι αυτοί που φεύγουν στα 30 και στα 40 και στα 50 από ανακοπή, μήπως και εκείνοι είχαν συναντήσει αντίστοιχους ανθρώπους στις δουλειές τους; Δεν αξίζει. Δεν αξίζει να επιτρέπεις σε κανέναν cold-blooded άνθρωπο να σε επηρεάζει. Δεν αξίζει σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο που, όχι δεν ζήτησε συγνώμη, όχι δεν έστειλε ένα απλό ‘περαστικά’, αλλά σε έναν άνθρωπο που σε χλεύαζε κιόλας από πάνω για όσα πέρασες ή υπονόησε ότι το έκανες στα ψέματα, να σιωπήσεις και να κρυφτείς στο καβούκι σου. Δεν αξίζει σε κανέναν, πόσω μάλλον σε έναν γονιό. Που βέβαια εγώ πιστεύω ότι ένας γονιός είναι πολύ πιο αποδοτικός στη δουλειά του. Γιατί έχει εντρυφήσει στο multi-tasking αλλά και επειδή έχει σοβαρό λόγο να κάνει τη δουλειά του σωστά. Και για να επιστρέψει χωρίς εκκρεμότητες σπίτι αλλά και για να εξακολουθεί να έχει αυτήν την δουλειά. Γιατί έχει παιδιά να φροντίσει. Εγώ λοιπόν δεν ήμουν εκεί γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω μέσα στη μέρα. Η επειδή είχα κάποια κάψα να είμαι στην τηλεόραση. Και ούτε τώρα μου περισσεύει χρόνος για να κάθομαι να γράφω για ένα τέτοιο θέμα που χρειάζεται ώρες για να το αφηγηθώ. Και που στο κάτω κάτω της γραφής δεν είναι το καλύτερο μου να το θυμάμαι. Βρίσκω τον χρόνο για δύο λόγους. Πρώτον γιατί θεωρώ ότι είναι ο πιο αρμόζων τρόπος για μένα να απαντήσω σε όλους όσοι μου στέλνουν μηνύματα από χθες ρωτώντας με ποιος με έστειλε στο νοσοκομείο. Χαίρομαι που με ρωτάτε γιατί αυτό σημαίνει ότι παρακολουθείτε τη Σάσα. Η Σάσα Σταμάτη είναι φίλη μου και με αφορμή κάποια σχόλια που έδωσαν και πήραν την περασμένη εβδομάδα στα social media έσπευσε να σχολιάσει κάτι που της έκανε εντύπωση. Η Σάσα δεν μασάει τα λόγια της. Και δεν μιλάει αν δεν ξέρει κάτι. Επίσης, μπορώ να πω έχοντας γνωρίσει πολλούς πια ανθρώπους σε αυτό το χώρο ότι είναι πολύ πιο ηθική από πολλούς άλλους που δίνουν ή που θέλουν να δώσουν αυτήν την εντύπωση και σίγουρα πολύ πιο ηθική από όσο ίσως δείχνει. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο νιώθω την ανάγκη να εκφράσω κάποια πράγματα είναι ότι πολλές φορές από αξιοπρέπεια δεν μιλάμε, στην ουσία όμως αυτό που καταφέρνουμε αφήνοντας περιστατικά να περνούν ασχολίαστα είναι να είμαστε συνένοχοι σε ένα «υπόγειο» bullying χωρίς ακριβή μορφή. Επιτρέπουμε να φαίνεται στον κόσμο το όμορφο, το λαμπερό, το αστείο. Και όντως, στην τηλεόραση γίνονται πολλά ωραία πράγματα. Έχει πολύ δημιουργική βάση, γίνονται πολλά αστεία και ευτράπελα, έχει αδρεναλίνη, γνωρίζεις συνέχεια καινούργιους ανθρώπους, το ενδιαφέρον παραμένει πάντα ζωντανό και αν έχεις μέσα σου το μεράκι της ενημέρωσης, όποιου είδους και αν είναι, το κυνήγι της σε κρατάει σε εγρήγορση και σου δίνει κίνητρο να συνεχίζεις και να κάνεις ακόμα πιο στοχευμένες προσπάθειες. Ομως δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται. Δεν είναι όλοι τόσο χαριτωμένοι. Δεν ρολάρουν όλα ομαλά. Και υπάρχουν και εκείνοι που συντελούν σε αυτήν την κατεύθυνση.



Δε θα πω το όνομα του δημόσια. Και αυτό γιατί θα του δώσω αξία. Το όνομα του το ξέρουν πολλοί άνθρωποι του χώρου γιατί το περιστατικό έγινε αρκετά γνωστό. Το όνομα του το ξέρουν όλοι οι δικοί μου άνθρωποι και το ξέρουν και οι γιοι μου. Οι γιοι μου που έμαθαν ότι μπήκα στο νοσοκομείο και για ποιον λόγο, γιατί ήθελα να ξέρουν την αλήθεια όταν ήμουν ξαπλωμένη και δεν μπορούσα να παίξω μαζί τους. Οι γιοι μου που όταν τους έφερα στο στούντιο να δουν τη Σάσα που αγαπούν σαν φίλη μου με ρωτούσαν «Που είναι αυτός;» και έψαχναν παντού να τον βρουν. Οι γιοι μου που θα ήθελα να έχουν αυτούς τους ανθρώπους σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Γιατί μπορεί σε όλους τους άλλους να έμεινε το γεγονός ως «η δημοσιογράφος που έπαθε νευρικό κλονισμό», για μένα όμως όλη αυτή η εμπειρία ήταν ένας κλονισμός του ήθους. Του ήθους προς μια μαμά, προς μια γυναίκα, προς έναν άνθρωπο. Και το ήθος δεν αποκτιέται. Το ήθος ή το έχεις ή δεν το έχεις.

Πηγή Πληροφοριών

Σχετικές δημοσιεύσεις