Μας περνάνε για ιθαγενείς > Με άλλο… αμπαλάζ έρχεται νέο Μνημόνιο

Aίφνης οι υποκριτές του ΔΝΤ και της Ε.Ε. άρχισαν να βλέπουν καλύτερα. H Tρόικα που 10 χρόνια τώρα ανέχθηκε ένα πελατειακό κράτος που αρνείται να μεταρρυθμιστεί αίφνης αφυπνίσθηκε! Ετσι το Eurogroup μετέθεσε την εκταμίευση της δόσης ενώ το ΔΝΤ ανακαλύπτει κινδύνους από τις δικαστικές αποφάσεις και εξαιτίας της κατάστασης των τραπεζών. Αναδρομικά, προεκλογικές παροχές και καταπτώσεις των εγγυήσεων του Δημοσίου αποτελούν ένα εκρηκτικό μίγμα για την Ελλάδα και έναν δημοσιονομικό κίνδυνο με κόστος άνω των 20 δισ. Ευρώ, τονίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεσή του για την χώρα. Είναι προφανές ότι μας περνάνε για ιθαγενείς. Τώρα βλέπουν τα αυτονόητα και τα προφανή!

Το ΔΝΤ καταγράφει σειρά κινδύνων στο τραπεζικό πεδίο με δημοσιονομικές επιπτώσεις, ζητώντας την ταχύτερη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσα και από τα τρία σχέδια, της Τράπεζας της Ελλάδος, του ΤΧΣ και της επιδότησης μέσα από νέο νόμο Κατσέλη.

Το Ταμείο προβλέπει επίσης ασθενικό ρυθμό ανάπτυξης μόλις 1,2% από το 2022 και μετά, λόγω ενδογενών κινδύνων αλλά και της διεθνούς κρίσης και φθίνουσα δυνατότητα εξόδου της Ελλάδος στις αγορές για δανεισμό τα επόμενα χρόνια ενώ ζητά αντισταθμίσματα μεταρρυθμίσεων για να στηριχθεί η παραγωγικότητα από τη μεγάλη άνοδο του κατώτατου μισθού για την οποία ασκεί κριτική.

Κατά το ΔΝΤ είναι επιβεβλημένη η μείωση του αφορολόγητου το 2020, αλλά και η δημιουργία “μαξιλαριού” ασφαλείας (μεγαλύτερο του 1 δισ ευρώ που τώρα προβλέπεται) για να αντιμετωπισθούν οι πιθανοί κίνδυνοι.

Αναλυτικά, το ΔΝΤ στο δημοσιονομικό πεδίο καταγράφει τρεις κινδύνους:

* Υπολογίζει σε 5,5% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 δισ. ευρώ περίπου το πιθανό κόστος για τα δημόσια ταμεία από καταπτώσεις δανείων που έχουν δοθεί με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου. Πρόκειται για δαπάνη 2,1 δισ. ευρώ φέτος και 500 εκατ. το χρόνο την περίοδο 2020-2024.

* Εκτιμά το κόστος από τις πιθανές δικαστικές αποφάσεις για αναδρομικά έως και στα 9,4 δισ. ευρώ (6,4 δισ. λόγω της μεταρρύθμισης του 2012 στις συντάξεις και 2,6 δισ. από τα δώρα στο Δημόσιο) και επιπλέον ετήσια δαπάνη 0,75% του ΑΕΠ. Το Ταμείο διευκρινίζει ότι πρόκειται για προσωρινές προβλέψεις με μεγάλο ποσοστό αβεβαιοτήτων και δυσκολία ακριβούς αποτύπωσης.

* Καταγράφει τις παροχές έως και το 2021 και αναφέρεται σε κινδύνους λόγω του εκλογικού κύκλου (π.χ. από την εξαγγελία για μείωση του ΦΠΑ με επίπτωση 0,4% του ΑΕΠ ετησίως από το 2021 και από τις νέες προσλήψεις).

Επιπλέον όλων αυτών, το ΔΝΤ κάνει λόγο και για πιθανή ετήσια δαπάνη 2-4% του ΑΕΠ (4-8 δισ. ευρώ) λόγω των δικαστικών διεκδικήσεων για τον νόμο Κατρούγκαλου, η οποία δεν προσμετράται. Και τούτο γιατί, όπως αναφέρεται, η όλη διαδικασία είναι ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο. Κάνει λόγο και για άλλους κινδύνους που είναι πολύ νωρίς για να αποτιμηθούν.

Στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας, το Ταμείο στην 1η έκθεση για την Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, καταγράφει μια σειρά από κινδύνους για την ανάπτυξη λόγω: μεταρρυθμιστικής κόπωσης, υψηλών κόκκινων δανείων, υποτονικής ζήτησης αλλά και της διεθνούς κρίσης.

Το Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη κατά 2,4% φέτος, αλλά επιβράδυνση προς το 1,2% το 2023-2024. Εκτιμά επίσης ότι θα ενισχυθεί το “άνοιγμα” στο εξωτερικό ισοζύγιο (-3.4% του ΑΕΠ) και στις καθαρές ξένες επενδύσεις (-1.5% του ΑΕΠ).

Παράλληλα, κάνει σαφές ότι οι τράπεζες συνιστούν και δημοσιονομικό πρόβλημα λόγω της συμμετοχής του Δημοσίου. Υπολογίζει ότι η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του Δημοσίου κατά μία μονάδα συνεπάγεται μείωση των κεφαλαίων κατά 0,5%. Το ΔΝΤ αναλύει τα σενάρια για την μείωση των NPLs βάζοντας στο “κάδρο” πέρα από το σχέδιο του ΤΧΣ, της ΤτΕ, αλλά και την επιδότηση μέσω του ν. Κατσέλη).

Πάντως, συστήνει την επιτάχυνση της άρσης των capital controls με βάση το πρόγραμμα του ΥΠΟΙΚ (σ,σ, είναι γνωστή η διαφωνία με την ΤτΕ και τους θεσμούς της ΕΕ για το θέμα).

Το ΔΝΤ δέχεται την πρόθεση των ελληνικών αρχών να αποπληρώσουν πρόωρα μέρος του δανείου (γίνεται λόγος για 4,6 δισ. ευρώ) σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους.

Επίσης, υπολογίζει σε 30 δισ. ευρώ τα διαθέσιμα στο τέλος του 2018. Ωστόσο το ποσό αυτό θα μειωθεί σε 10 δισ. ευρώ το 2024. Και τούτο γιατί φέτος προβλέπεται η άντληση 7 δισ. ευρώ από τις αγορές, αλλά για την περίοδο 2020-2023 το ποσό θα φθίνει σε περίπου 2 -5 δισ. το χρόνο.

Πηγή Πληροφοριών

Σχετικές δημοσιεύσεις