Γιατί πήγε ο Τσίπρας στον Σκάι, τι κέρδισε και τι έχασε από τη συνέντευξη

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Παρότι πολλές φορές οι έρευνες κοινής γνώμης αναφέρουν ότι μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων αποφασίζουν την τελευταία στιγμή, στην πραγματικότητα η διεργασία για την τελική τους επιλογή έχει γίνει αρκετά νωρίτερα.

Και ο λόγος είναι ότι η πολιτική σχέση εκπροσώπησης που συμπυκνώνεται στην επιλογή στην κάλπη είναι μια διαδικασία σύνθετη, στην οποία υπεισέρχονται διαφορετικοί παράγοντες και δεν κρίνεται απλώς και μόνο την τελευταία στιγμή, ακόμη και στην εποχή μας όπου οι πολιτικές ταυτότητες είναι περισσότερο ρευστές και οι σχέσεις των ψηφοφόρων με τα κόμματα πιο εξωτερικές.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς μετά τις ευρωεκλογές έχει εμφανές αυτό που υπαινίσσονταν για καιρό αρκετές έρευνες κοινής γνώμης: ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 κυρίως γιατί αυτές αποτέλεσαν ένα ιδιότυπο πολιτικές συνεχές με τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 με βασικό κοινό στοιχείο την απόρριψη του παλαιού πολιτικού σκηνικού, όμως βρέθηκε αντιμέτωπος πολύ σύντομα με τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Αυτές είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρά ρήγματα στις σχέσεις εκπροσώπησης, απογοήτευση και απομάκρυνση ψηφοφόρων και μια δημοσκοπική καταβύθιση.

Η αφετηρία, δηλαδή, του κυβερνώντος κόμματος όχι μόνο στη μακρά προεκλογική περίοδο των τελευταίων ετών αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής θητείας ήταν αρνητική και αυτό μπορεί να εξηγήσει και το αποτέλεσμα της 26ης Μαΐου. Με μία έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε να καλύψει μια πολύ μεγάλη διαφορά.

Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό δεν έγινε αντιληπτή από το κομματικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ που κινήθηκε σε όλη την περίοδο με την αίσθηση ότι διατηρεί πιο διευρυμένους δεσμούς με το εκλογικό σώμα.

Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη αποκαρδίωση μετά τις εκλογές, αλλά και τις σπασμωδικές κινήσεις που ακολούθησαν την ήττα στις ευρωεκλογές, από την απόπειρα μαζικής παραγωγής νομοθετημάτων μέχρι την καταφυγή στη «στρατηγική του φόβου» απέναντι σε ενδεχόμενη κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Κομμάτι αυτών των χειρισμών και η επιλογή να αρθεί το διαβόητο εμπάργκο του πρωθυπουργού (και συνολικά του ΣΥΡΙΖΑ) στον Σκάι και να δοθεί τελικά συνέντευξη και εκεί.

Ο σχεδιασμός προφανής: εάν ο πρωθυπουργός μπορούσε να σταθεί σε ένα εχθρικό υποτίθεται περιβάλλον, όπως αυτό ενός σταθερά και σχεδόν «στρατευμένα» αντιπολιτευτικού τηλεοπτικού σταθμού, το μήνυμα στους ψηφοφόρους θα ήταν ότι αντέχει τα δύσκολα και αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.

Σε ποιους απευθύνθηκε ο Αλέξης Τσίπρας;

Το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα ήταν σε ποιους απευθύνθηκε. Γιατί η αντίληψη ότι απλώς αρκεί ο πρωθυπουργός να «σταθεί» σε ένα δύσκολο περιβάλλον παραβλέπει ότι οι ψηφοφόροι δεν επιλέγουν μόνο με τα κριτήρια επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας που αυθόρμητα οι άνθρωποι της ενημέρωσης τείνουν να θεωρούν σημαντικά.

Οι ψηφοφόροι κατά βάση επιλέγουν με βάση το πώς αντιλαμβάνονται τα συμφέροντά τους, με μια πολύ άμεση και υλική έννοια, αλλά και με βάση το εάν μπορούν να ταυτιστούν με έναν υποψήφιο, να αισθανθούν ότι μέσα στο αφήγημά του χωράνε και αυτοί.

Ο Αλέξης Τσίπρας μπόρεσε να κυριαρχήσει μετά το 2012 αφενός γιατί οι ψηφοφόροι είχαν ανάγκη την επιλογή των μνημονίων και αφετέρου γιατί οι ψηφοφόροι ταυτίστηκαν με τη ρητορική ενός πολιτικού που φάνταζε να είναι έξω και ενάντια στο πολιτικό σκηνικό.

Όμως, τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ταυτιστεί με το υλικό κόστος από την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου και την ίδια στιγμή μετά από 4,5 χρόνια στη διακυβέρνηση φαντάζει τμήμα και αυτός του πολιτικού σκηνικού.

Ο Αλέξης Τσίπρας καλείται να αποδείξει ότι αντιλαμβάνεται το κόστος και μπορεί να το αντιστρέψει και ταυτόχρονα να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το πολιτικό σκηνικό.

Για να το πούμε διαφορετικά ο Αλέξης Τσίπρας έπρεπε από τη μια να δείξει ότι αυτοκριτικά αντιλαμβάνεται ότι εφάρμοσε πολιτικές που είχαν μεγαλύτερο κόστος και από την άλλη να αποδείξει ότι παρά τα σημάδια φθοράς της εξουσίας και διαπλοκής που βαραίνουν και τον ΣΥΡΙΖΑ παραμένει αρχηγός ενός κόμματος «έξω από το κάδρο».

Η απουσία συγγνώμης

Και εδώ είναι το πρώτο κρίσιμο πρόβλημα. Η αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το μνημόνιο ήταν αναπότρεπτο εξαιτίας του δυσμενούς διεθνούς συσχετισμού και έπρεπε να εφαρμοστεί ώστε μετά να υπάρχει περιθώριο για προοδευτική πολιτική.

Αυτό το αφήγημα «δομικά» δεν χωράει την αυτοκριτική. Αντίθετα, ωθεί στην παράθεση επιτευγμάτων, στη διαρκή υπεράσπιση ενός περιορισμένου πραγματικού κυβερνητικού έργου και στην απουσία της «συγγνώμης».

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί ο πρωθυπουργός επιμένει να μην μπορεί να αναλάβει πλήρως ευθύνες για την τραγωδία στο Μάτι, παρά τον τεράστιο αντίκτυπο που είχε στην ελληνική κοινωνία, ή γιατί δεν μπορεί να παραδεχτεί αυτοκριτικά ότι δεν μπόρεσε να τιμήσει όπως έπρεπε την εμπιστοσύνη του λαού αλλά και τη λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος.

Όμως, αυτή η τακτική έχει δύο βασικές συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι παραμένουν αποξενωμένοι οι ψηφοφόροι που απομακρύνθηκαν αρκετά νωρίς υπό το βάρος της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης. Η δεύτερη ότι χωρίς αυτοκριτική αποτίμηση για την πρώτη θητεία η διεκδίκηση της «δεύτερης ευκαιρίας» φαντάζει περισσότερο ως συνέχεια μιας πολιτικής που εισπράχθηκε αρνητικά παρά ως μια «νέα αρχή» για μια πιο προοδευτική διακυβέρνηση.

Η προσπάθεια διαχείρισης της ήττας

Είναι προφανές ότι ο πρωθυπουργός κυρίως ήθελε να συσπειρώσει ένα κομματικό κοινό. Σε μια συγκυρία όπου η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει αρκετά αποκαρδιωμένη και η όποια ενέργεια διοχετεύεται κυρίως στην ατομική μάχη του σταυρού των υποψηφίων, ο πρωθυπουργός θέλησε να τονώσει την αυτοπεποίθηση ενός αριστερού ακροατηρίου που είτε στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ είτε ανησυχεί για το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός επεδίωκε να βρεθεί σε ένα «εχθρικό» περιβάλλον, έτσι ώστε να μπορεί ο επικοινωνιακός μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ να λέει «ορίστε πήγε στον “λάκκο των λεόντων” και στάθηκε όρθιος», όπως και επεδίωξε να δοθεί η εικόνα ότι δέχεται «σφυροκόπημα» αλλά αυτός άντεξε.

Σε μια τέτοια επικοινωνιακή στόχευση αυτό που μετράει δεν είναι εάν ο πρωθυπουργός μπόρεσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τις αρνητικές στιγμές της θητείας του, ούτε το εάν μπόρεσε με πειστικό τρόπο να δώσει μια προοπτική για το μέλλον. Το μόνο που μετράει είναι η θεατρικότητα της σκληρής αντιπαράθεσης και του υποτιθέμενου θάρρους του πρωθυπουργού να πάει σε ένα εχθρικό περιβάλλον.

Γιατί σε αυτό θα σταθεί το κομματικό ακροατήριο, στην εικόνα μιας «αποτελεσματικής αντιπαράθεσης», αυτό θα σχολιάσουν τα «φιλικά ΜΜΕ», αυτό θα αναπαράγουν στα μέσα κοινωνική δικτύωσης οι οπαδοί ή και τα απαραίτητα «τρολ».

Με τους υπόλοιπους ψηφοφόρους τι θα γίνει;

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το τμήμα του εκλογικού σώματος που θα πειστεί από τη θεατρικότητα της «κόντρας» είναι πεπερασμένο. Αυτό δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά το σύνολο του πολιτικού συστήματος αλλά και του εκλογικού σώματος. Οι ψηφοφόροι φανατίζονται με την καθημερινότητα ή τα προβλήματά τους όχι όμως με κόμματα. Μάλιστα τείνουν να είναι αρκετά δύσπιστες και δύσπιστοι απέναντι σε όλους τους «επαγγελματίες της πολιτικής». Και αυτό είναι κάτι που στον ΣΥΡΙΖΑ τείνουν να υποτιμούν.

Μόνο που ο εκλογικός συσχετισμός κρίνεται ακριβώς σε ένα μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων που κοινωνικά έχουν πληρώσει κόστος, από όλες τις πρόσφατες κυβερνήσεις, πολιτικά είναι επιφυλακτικοί έως και εχθρικοί στα κόμματα και οι οποίοι περιμένουν συγκεκριμένες και απτές λύσεις και ειλικρινείς εξηγήσεις.

Η στάση αυτών των ψηφοφόρων εξηγεί και τα υψηλά ποσοστά αναποφάσιστών και τα όρια την άνοδο της ΝΔ και την αναζήτηση ψήφου διαμαρτυρίας. Είναι, όμως, και η αιτία της διαφαινόμενης εκλογικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ.

Και σε αυτό το κομμάτι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι είχε απήχηση η παρουσία του πρωθυπουργού στον Σκάι.

Πηγή Πληροφοριών

Σχετικές δημοσιεύσεις