οι όμορφες μέρες δεν έχουν ανάγκη τον ήλιο! μονο αγάπη…

  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •   
  •  
  •  

Να με βλέπεις. Να μην φοβάσαι όταν πλησιάζω κοντά στην ανάσα σου. Δεν θα έχεις πει λέξη, αλλά εγώ θα τις έχω ακούσει όλες, κυρίως αυτές που ξαποσταίνουν στη βάση του λαιμού σου. Ξέρεις σε εκείνο το λακκάκι, που σαν πηγάδι μαζεύει όλα αυτά που δεν είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε. Αφήνω το χέρι μου στο στέρνο σου, δονείται από τις οργισμένες κουβέντες που σαν ανίατη αρρώστια ταλαιπωρούν το κορμί σου. Θέλουν να βγουν προς τα έξω, να τιμωρήσουν. Το αφήνω λίγο παραπάνω, ηρεμεί, κινείται όπως το κύμα σε θάλασσα έτοιμη να την περπατήσεις. Γίνεσαι δεκτικός, ο φλοιός σου μαλακώνει, τραβάω το χέρι.

Αναπάντεχη εξέλιξη, δε ξέρω τη συνέχειά της, μα κάτι μου λέει πως είναι η ώρα να τρέξεις ξανά με τις συνοφρυωμένες προβοσκίδες. Να τρέξεις, πάντα να τρέχεις, γιατί ξέρω καλά πως αυτές οι προβοσκίδες στους καθρέφτες της ανιδιοτέλειας είναι μορφές κύκνων. Η ομορφιά τους δεν αποκρυσταλλώνεται σε σύννεφα ληγμένου καπνού. Ομορφιά λίγων, μα στην ουσία χιλιάδων. Ομορφιά δίχως έμβλημα και λεζάντα.

Το χέρι σου γίνεται γροθιά, το εσωτερικό της παλάμης σου καίει ακόμα από τα δάκρυα εκείνων που χάθηκαν. Το σφίγγεις περισσότερο, δε θες να στάξουν, να χαθούν κι αυτά. Σε κάθε χτύπημα θυμάσαι, μου λες ότι τους συναντάς πάλι, το διακρίνω στα μάγουλα σου, ζωηρεύουν, εκτοξεύουν κόκκινες φλόγες. Η πόλη φωτίζεται, μα αυτά τα φώτα λες ότι εκείνοι τα θέλουν σβηστά. Εκείνοι που αγόρασαν πιεστικά νερού για να μας πνίξουν στους κόμπους των δικών μας συμβιβασμών.

Σωσίβιο είναι οι φωνές μας, δυνατές, ελεύθερες στην ελεύθερη αγορά τους να υψώνουν ξανά τον πύργο της Βαβέλ, μα αυτή τη φορά όλες η γλώσσες έχουν μία μετάφραση, σκοπός το δικαίωμα στην ευτυχία, την προσωπική, την συλλογική, την ευτυχία του τώρα και την ευτυχία του αύριο, για αυτούς που θα έρθουν. Και λες ότι πρέπει να τους υπερασπιστούμε πριν καν σκεφτούμε να τους προσκαλέσουμε σε αυτόν τον κόσμο. Εμείς λες θα γίνουμε καλοί οικοδεσπότες και ότι άχρηστο, ότι βρομερό θα το αφανίσουμε.

Μου δείχνεις μια μαργαρίτα να ξεπηδά μέσα από το τσιμέντο, στα μάτια μου ασπρόμαυρη, στα δικά σου έχει ήδη αρχίσει να παίρνει χρώματα. Μου ανοίγεις τις πύλες της όρασής σου και τώρα ναι μπορώ και εγώ να τη δω να ζωντανεύει.

Η τσιμεντένια μαργαρίτα θα γίνει η αρχή. Θα της ανοίξω χώρο, θα φυτέψω και άλλα λουλούδια γύρω της και τα φύλλα τους θα αγκαλιάζουν τα δικά της. Δεν θα είναι πια μόνη. Δεν θα είσαι πια μόνος. Κανένας δε θα μαδάει τα φύλλα σου πια. Και άκουσέ με μπορεί ο κήπος μας, μια μέρα να γίνει δάσος. Μπορεί…

εγραψε το πιτσιρικι


  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •   
  •  
  •  

Σχετικές δημοσιεύσεις