Ερχόμαστε, ζούμε, κλαίμε, γελάμε, μένουμε ή φεύγουμε… σαν απλοί περαστικοί

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Ένας γλυκός Οκτώβρης τον κάλεσε να καθίσει σε ένα ξύλινο κατασκεύασμα σαν ανάκλιντρο δίπλα από ένα μεγάλο πεύκο, ποτισμένο από αλμυρό νερό και θαλασσινό αέρα.

Το παγκάκι φθαρμένο και ξεφλουδισμένο από τους χιλιάδες ανθρώπους που έκατσαν και έδωσαν κάτι από τον εαυτό τους διατηρούσε ακόμα το γήινο στοιχείο του ξύλου, οι ρωγμές και οι αυλακιές του το έστεφαν πολύτιμο και άξιο της υπηρεσίας του.



Δυο τρεις ρόζοι μονάχα είχαν επαναστατήσει και είχαν εγκαταλείψει τη φωλιά τους αφήνοντας όμορφα κενά, σαν παράσημα, σαν στολίδια. Σαν ευχαριστώ στη μάνα γη που τους δόθηκε η ευκαιρία να υπάρξουν κομμάτι της.

Τα πόδια του σκαλιστά και περίτεχνα διακοσμημένα με καμπύλες και κύκλους από τον μάστορα του που κατέθεσε τη ψυχή του λες και επρόκειτο να αγκαλιάσει και να φιλοξενήσει νεογέννητα με σάρκα τρυφερή για τη μεσημεριανή τους σιέστα. Δίνοντάς του μια μορφή οικεία και ήρεμη με το τεράστιο και φορτωμένο πεύκο να απλώνεται από πάνω του. Γινωμένο κι αυτό από το πέρας του καλοκαιριού, κάθε τόσο έριχνε και λίγες βελόνες προσπαθώντας να ξαλαφρώσει τη μοίρα του.

Καφέ
Χρυσές
Μπρούτζινες

Έφτιαχναν ένα υπόστρωμα στα πόδια του επισκέπτη για να τον υποδεχτούν με την πρέπουσα τιμή και χαρά όπως οι οικοδεσπότες τους καλεσμένους τους. Ένας ήλιος πορτοκαλί και ώριμος σαν φρούτο χάιδευε τα μαγουλά του και έκανε τα βλέφαρά του να ανοιγοκλείνουν σαν να φωτογραφίζουν τη θέα που θωρούσε. Η θάλασσα πια είχε γίνει χρυσαφένια. Μια απέραντη έκταση με μικρά κύματα που στραφτάλιζαν σαν διαμαντάκια ραμμένα σε γαλάζια φορεσιά. Μια ώρα πολύτιμη και ανεκτίμητη που δεν αγοράζεται με χρήματα, παρά μόνο με συναισθήματα.

Μόνο ένας συναισθηματικά πλούσιος και γεμάτος άνθρωπος θα μπορούσε να εκτιμήσει αυτή τη δωρεάν προσφορά που χαρίζεται ελεύθερα από τη φύση. Έτσι έκανε και αυτός.

Έβγαλε τα παπούτσια του για να νιώθει τη ζεστασιά του αποξηραμένου εδάφους και άφησε το σώμα του να εναρμονιστεί, με το κάδρο αυτό, θα έλεγε κανείς αν τον κοιτούσε από πίσω. Μια σκιά θα ζωγράφιζε μόνο, ένας ειδήμων με χρώμα που θα ζήλευε κάθε δημιούργημα σε καμβά. Το βλέμμα του έπεσε χαλαρά για να ξεκουραστεί στον ορίζοντα και άρχισε να παρατηρεί τα πόδια των περαστικών.

Υποδήματα που βάδιζαν γρήγορα και νεανικά έχοντας το ρυθμό και την ενέργεια που συνοδεύει την ηλικία αυτή. Άλλοτε βήματα μοναχικά, παραπονιάρικα και νωχελικά που ποτέ δεν σταματούσαν στο δρόμο τους, συνέχιζαν ακάθεκτα σαν τη χελώνα στον μύθο του Αισώπου. Πόδια που ενίοτε χρειάζονταν βοήθεια από ένα ξύλινο μπαστουνάκι, έτρεχαν σχεδόν ακίνητα μέσα στο πλήθος κάνοντας το μείγμα ομοιογενές, όπως η ζάχαρη συμπληρώνει το αλάτι.

Άλλες φορές πατούσες μικρές σαν ελαφάκια απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους δίνοντας έναν τόνο και μια χροιά πιο παιδική και πολύχρωμη στην εικόνα που αντίκριζε. Τότε συνεπαρμένος και μεθυσμένος σχεδόν από τις μυρωδιές και τους ήχους, θυμήθηκε τον κύκλο της ζωής.

Τους ανθρώπους που ήρθαν.
Τους ανθρώπους που έφυγαν.
Τους ανθρώπους που έμειναν.



Υπενθύμισε στον εαυτό του πως η μονιμότητα και η αιωνιότητα υπάρχει μόνο μέσα στα άυλα αφού οτιδήποτε άλλο μεταβάλλεται και αλλάζει. Ευχαρίστησε με ένα χαμογελάκι όλους όσους γνώρισε, είτε άφησαν είτε πήραν κάτι δικό του. Αυτό το αλισβερίσι που η αγάπη απαιτεί οποιαδήποτε μορφή και αν παίρνει. Είμαστε τόσο πρόσκαιροι και προσωρινοί όσο και τα σχήματα που αλλάζουν τα σύννεφα, σκέφτηκε.

Τα πόδια περνούσαν δίχως σταματημό και ένας ύπνος γλυκός ήταν στο κατώφλι του. Κούρνιασε στη ζεστασιά του ξύλου και ψιθύρισε «απλά περαστικοί». Ερχόμαστε, ζούμε, κλαίμε, γελάμε, τρέχουμε, παίζουμε, σταματάμε, μένουμε ή φεύγουμε, πέφτουμε και σηκωνόμαστε σαν απλοί περαστικοί. Μεγαλώνουμε και φοράμε τα παπούτσια μας ως απλοί περαστικοί. Τα άψυχα μόνο διαρκούν για πάντα, εμείς αναλώσιμοι με μια ευκαιρία για να μάθουμε και να μεταδώσουμε την αγάπη στους επόμενους.

Ένα αεράκι έμεινε πια. Να ταλαντεύει τις τρίχες από τα μαλλιά του σαν χάδι στο κεφάλι από τη ζωή να τον προσέχει όσο αυτός ξαποσταίνει. Απλοί περαστικοί…

Πηγή

Σχετικές δημοσιεύσεις