Αντιστάθηκαν λίγοι, ανέχτηκαν, σιώπησαν και προσκύνησαν πολλοί

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •  
  •  

Κάθε χρόνο λίαν επιεικώς εξοργίζεται κάποιος, αν έχει στοιχειώδη εμπειρία των γεγονότων της πρώτης και δεύτερης κατάληψης της Νομικής από περίπου δύο χιλιάδες φοιτητές, που ξέσπασαν κατά των συνταγματαρχών σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά και της αντιχουντικής οργής αργότερα περισσότερων φοιτητών στο Πολυτεχνείο, που ήταν πλέον φυσικό επακόλουθο των δύο πρώτων στην κυριολεξία ηρωικών καταλήψεων.

Το να τιμώνται οι λίγες χιλιάδες φοιτητών και ένας μικρός αριθμός πολιτών, αρκετοί των οποίων πλήρωσαν ακριβά την αντιδικτατορική τους στάση ή δράση, είναι επιβεβλημένο και αδήριτη ανάγκη, για να έχουν παράδειγμα πολιτικής συμπεριφοράς οι νεότερες γενιές. Τους πρέπει τιμή, διότι διέσωσαν την αξιοπρέπεια της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που σώπαινε εκκωφαντικά.



Οι  πανηγυρικοί όμως λόγοι των  Νεοελλήνων και οι ανακοινώσεις των κομμάτων για την επέτειο της δεκάτης εβδόμης Νοεμβρίου χρόνια τώρα με περισσή υποκρισία εξυμνούν και στεφανώνουν με «δόξης αμάραντον στέφανον» την ανύπαρκτη ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της χουντικής επταετίας. Γιατί θα έπρεπε να εξυμνείται σχεδόν στο σύνολό του ο ελληνικός λαός, όταν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας απουσίαζε μακαρίως πολιτικά και αγωνιστικά ή και χειροκροτούσε;

Γι’ αυτή τη συντριπτική πλειοψηφία, που ένα πρωινό φόρεσε τη μάσκα του αντιστασιακού, δεν αξίζει έπαινος, αλλά μια διασκευή στίχων του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη από το ποίημά του Επιτύμβιον: « Α ρε Ελληνικέ λαέ εγώ μόνο το ‘ξερα τι αντιστασιακό κάθαρμα ήσουν, τι κάλπικος παράς».

Λίγη ειλικρίνεια και σεβασμός για τα ιστορικά γεγονότα και η αποφυγή παραχάραξής τους είναι εκ των ων ουκ άνευ για την κατάκτηση της εθνικής μας αυτογνωσίας, τομέας που ως λαός πάσχομε τραγικά. Ίσως το ακόλουθο ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη βοηθήσει:

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.



Και για να προλάβω όσους ενδεχομένως αναρωτηθούν «με ποιο δικαίωμα γίνεσαι τιμητής και τι έκανες  εσύ τότε». Λυπούμαι, που για την περίσταση μετά από σαράντα έξι χρόνια δημοσιεύω πρώτη φορά εγγράφως ότι συμμετείχα στις καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκα τα γεγονότα, όπως και τόσοι άλλοι, για να κερδίσω κάτι, δεν παριστάνω τον αντιστασιακό  και δεν επιζήτησα ποτέ τέτοιο τίτλο. Συνήθως προτιμώ να σωπαίνω για το αυτονόητο της συμμετοχής μου. Συγκινούμαι μόνο  και ανατριχιάζω έντονα σε κάθε επέτειο, καθώς ξαναζώ τις τραγικές εκείνες στιγμές, που ζήσαμε όσοι συμμετείχαμε.

Τιμώ όσους αγωνίστηκαν, δεν αρνούμαι, δεν απορρίπτω. Τη δημόσια μεγαλοστομία και την υποκρισία της δημόσιας έκφρασης προσώπων και φορέων είναι που δεν αντέχω.


  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •  
  •  

Σχετικές δημοσιεύσεις