Πες μου ανθρωπάκο, θα ζήσεις σήμερα;

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •   

Ξυπνάς το πρωί και έχεις να κάνεις μια επιλογή.
Θα ζήσεις σήμερα;
Πες μου ανθρωπάκο, θα ζήσεις σήμερα;
Ή θα περιμένεις για άλλη μια φορά την επόμενη μέρα;
Ή μήπως τον επόμενο χρόνο;

Εκ του ασφαλούς κάνεις σχέδια και βάζεις στόχους
για αύριο…
για του χρόνου…

Σε έπιασε η μιζέρια σου και σε έφαγε ολόκληρο
και εσύ δε λες να βάλεις πείσμα και να της κάτσεις στο λαιμό.
Αμάσητο σε κατεβάζει.
Αρκέστηκες στα λίγα και ζήλεψες τα πολλά.
Έγινες δούλος του σύγχρονου κόσμου και πελατάκος ενός αχόρταγου καταναλωτικού συστήματος.
Ζήλεψες τα πολλά, εκείνα τα υλικά
και αρκέστηκες στα λίγα, εκείνα τα ιδανικά.
Εκείνα που κάποτε ο άνθρωπος άξιζε να πεθάνει γι’ αυτά
εκείνα που κάποτε ο άνθρωπος άξιζε να ζήσει γι’ αυτά.

Μπήκες στην εποχή της ελάσσονος προσπάθειας και κόλλησες εκεί.
Στην εποχή που ο σεβασμός βρίσκεται μόνο στα λεξικά
και ο έρωτας αντικαθίσταται με εμπειρίες μιας βραδιάς.
Ξεφτιλίζεσαι στα μάτια μου
μα το χειρότερο είναι ότι ξεφτιλίζεσαι στον καθρέφτη.
Το μέσα σου ασφυκτιά και δε ξέρεις το γιατί.

Το βράδυ όμως,
που τα όνειρά σου ζωντανεύουν και γίνονται αληθινά
ιδρώνεις και ξυπνάς τρομαγμένος.
Έχεις αυτόν τον κόμπο στο στομάχι χωρίς να καταλαβαίνεις πως δημιουργήθηκε.
Φαντάσου αυτά τα όνειρα τη μέρα,
να τα ζεις κάτω από το φως του ήλιου.
Κοιμήθηκες όμως και δε μπορείς να ξυπνήσεις.
Βρήκες το αδράχτι μπροστά σου σαν από μηχανής θεό
και οικειοθελώς ακούμπησες το δάχτυλό σου με σιγουριά.
Τότε το αίμα κύλησε κατακόκκινο στο πάτωμα
και ένιωσες ζωντανός.
Δεν ήξερες όμως…
ότι αυτή ήταν η αρχή του αιώνιου ύπνου σου.
Ενός ύπνου που επέλεξες μόνος σου,
ενός ύπνου που δε θες να σταματήσει.
Γιατί ξυπνώντας δε θα μπορείς να αντιμετωπίσεις τον κόμπο στο στομάχι.

Θα σου πω εγώ όμως κάτι.
Αύριο θα ξυπνήσεις και θα κάνεις μια επιλογή.
Θα επιλέξεις να ζήσεις.
Θα ανοίξεις το παράθυρο και θα χαμογελάσεις στον ήλιο και αυτός θα καταλάβει και θα σε ανταμείψει.
Θα σου δείξει την ομορφιά και την ευγένεια εκείνων.
Εκείνων που έδιωξαν μακριά το αδράχτι
χίλια κομμάτια το έκαναν και το έστειλαν από εκεί που ήρθε.
Αγκάλιασαν τη μιζέρια τους και μετά έδωσαν ένα σάλτο ρίχνοντας πίσω τους κλωτσιά και σπάζοντάς της τα δόντια.
Αγάπησαν την ελευθερία σαν δεύτερη μάνα
και έζησαν τα όνειρά τους ξύπνιοι.
Πως θα καταλάβεις αυτούς τους ανθρώπους;
Θα τους δεις να χαμογελάνε.
Και ίσως αυτοί σε βγάλουν από το λήθαργο,
ίσως και μένα.
Και μετά καταφέρουμε να ζήσουμε τα όνειρά μας ξύπνιοι, παρέα.


  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •   

Σχετικές δημοσιεύσεις