Το γκρίζο της καταιγίδας

  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •   
  •  
  •  

Η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή από νωρίς. Οχτώ το βράδυ και με εξαίρεση τα φώτα από τους στύλους της ΔΕΗ στους δρόμους, δεν έβλεπες τίποτα άλλο.

Σκέφτηκε να κλείσει τα παντζούρια, κρύωνε -επέμενε να φοράει κοντή φόρμα ακόμα-, είχε υγρασία και η θέρμανση στην πολυκατοικία δεν θα άναβε. Οχι ακόμα τουλάχιστον. «Οταν πιάσουν τα μεγάλα κρύα», είχαν συμφωνήσει οι ένοικοι στη συνέλευση.

Μετάνιωσε. Ηταν νωρίς να κλειστεί τόσο πολύ, από αυτή την ώρα. Δεν θα κοιμόταν ακόμα. Χρόνια τώρα δεν κοιμόταν πριν από τις δύο ή τρεις τα ξημερώματα. Κι ας ξυπνούσε νωρίς.

«Γερνάς» σκεφτόταν και μετά κορόιδευε τον εαυτό του, γιατί μετρώντας τα σβηστά κεριά του, καταλάβαινε ότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, ήταν λιγότερα από αυτά που άναβαν μπροστά του. Αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Μερικές φορές ούτε στις διακοπές.

Αν και εκεί, κάποιες φορές, κάτω από μια σκιά, μετά το κολύμπι και τις βουτιές -λάτρευε να βλέπει τον βυθό με τη μάσκα-, αποκοιμιόταν. Πότε πότε ονειρευόταν κιόλας. Το βράδυ όμως στριφογύριζε στο κρεβάτι.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί ούτε κι εδώ δεν σε χωράει ο τόπος», μονολογούσε.

Μισάνοιξε το παράθυρο και έστριψε ένα τσιγάρο. Ο αέρας μύριζε υγρασία και ο ουρανός είχε σκεπαστεί από βαριά γκρίζα σύννεφα. Ολα έμοιαζαν σκοτεινά, αισθανόταν ότι ερχόταν καταιγίδα.

Μπήκε μέσα, άλλαξε τα ρούχα του με πιο ζεστά και γύρισε στο παράθυρο και στην υγρασία. Ηταν τόση που σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μουσκέψει το τσιγάρο του που μόλις είχε ανάψει.

Με το ένα χέρι στην τσέπη, έπαιζε με τον αναπτήρα. Του τον είχε κάνει δώρο εκείνη. Μεταλλικός, βαρύς, με σκαλίσματα.

«Ακόμα και αν φύγω, αυτός θα είναι πάντα δικός σου. Θα μπορείς να τον γεμίζεις και να τον κρατάς πάνω σου. Μέχρι να τον βαρεθείς». Πράγματι, εκείνη έφυγε. Οχι γιατί το ήθελε, ούτε γιατί την έδιωξε. Εφυγε γιατί εκείνος δεν την κράτησε. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το βλέμμα της την τελευταία φορά που την είδε. Του χάιδεψε το χέρι και του είπε καληνύχτα. Ούτε αντίο ούτε τίποτα. Αλλά εκείνο το βλέμμα, σταθερό, στεγνό, γκρίζο σαν τον ουρανό πριν από την καταιγίδα, νόμιζε ότι θα το έπαιρνε μαζί του για πάντα.

Αναψε και δεύτερο τσιγάρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Κάτι τέτοιες νύχτες, Σάββατο βράδυ με γκρίζο ουρανό, που επέλεγε να μη δει κανέναν, έβαζε κάτω τα γεγονότα και τα μέτραγε: τόσα τα λάθη, τόσα τα σωστά, εκεί περίσσεψε αυτό και από εκεί έλειψε το άλλο. Και τι περίεργο. Συνήθως έβγαινε λειψός.

«Γρηγορομπούχτιστος είσαι» του έλεγε η μάνα του. «Μόλις πάρεις κάτι, μετά δεν το θες. Δεν είναι έτσι η ζωή, παιδάκι μου». Γρηγορομπούχτιστος: τρεις μπουκιές φαΐ και σηκωνόταν από το τραπέζι, ένας καφές και άφηνε τις παρέες, δύο αγκαλιές και έφευγε από τις αγάπες. Ή έμενε, αλλά έτσι. Γιατί δεν είχε πού να πάει. Μόνο την ίδια δουλειά κράταγε χρόνια -ίσως γιατί ήταν δικιά του και δεν είχε άλλη επιλογή.

Αρχισε να βρέχει σιγανά. Χοντρές σταγόνες, βαριές. Υστερα είδε μια αστραπή στο βάθος του ορίζοντα πίσω από τις πολυκατοικίες και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα άκουσε μια βροντή, σαν κούφιος ήχος κανονιού, που τον ξύπνησε από τις σκέψεις.

Η καταιγίδα είχε έρθει, φέρνοντας μαζί μια νεροποντή αναμνήσεων. Μόνο όταν άρχισε να βρέχεται από το νερό που έφερνε στα πόδια του ο δυνατός αέρας αποφάσισε να μπει μέσα. Εκλεισε το παράθυρο, αλλά άφησε την κουρτίνα ανοιχτή. Δεν άναψε το φως. Ηθελε να βλέπει έξω.

Κάθισε στον καναπέ. «Κάτι πρέπει να κάνω» σκεφτόταν. Δεν αισθανόταν μόνος, αισθανόταν κενός. Του φαινόταν ότι δεν είχε τίποτα. Σαν να είχε πετάξει χρόνια στα σκουπίδια. «Πρέπει κάτι να κάνω», έλεγε και ξανάλεγε.

Ο ύπνος τον σκέπασε τα ξημερώματα, όταν πια κόπασε η καταιγίδα και έγινε απαλή βροχή. Το πρωί ο ήλιος έλαμπε. Το ίδιο και οι σκέψεις του.

Πηγή πληροφοριών


  •  
  •  
  •  
  •  
  •   
  •   
  •  
  •  

Σχετικές δημοσιεύσεις